Γράφει ο  Φάνης Ζουρόπουλος*

Εμείς εδώ στην Αιγιάλεια ξέρουμε καλά ότι η εκλεκτής ποιότητας μαύρη Κορινθιακή σταφίδα, με την εμπορική ονομασία «Βοστίτσα» είναι το πρώτο εδώ και εκατονταετίες εξαγωγικό μας προϊόν στο οποίο οφείλουμε τα πάντα. Η οικονομική και κοινωνική ζωή της Αιγιάλειας δεν θα είχαν γνωρίσει αυτήν την ανάπτυξη, αν δεν υπήρχε αυτό το πολύτιμο προϊόν που καλλιεργείται στα εύφορα εδάφη μας. Η σταφίδα άνοιξε εκτός από οικονομικούς και πολιτιστικούς ορίζοντες στο Αίγιο, δημιούργησε γηγενείς άρχοντες, κράτησε ζωντανή μια δική μας αστική τάξη και συντήρησε αξιοπρεπώς τους αγρότες μας αλλά και την εργατική τάξη που ασχολήθηκε με την επεξεργασία της και την εξαγωγή της.


 
Γράφει ο Φάνης Ζουρόπουλος

Όσοι έχουν περάσει «ένα φεγγάρι» από τα λημέρια της αριστεράς στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης, θυμούνται ακόμα ότι γενική συνισταμένη της αριστερής φιλοσοφίας, ήταν η «επανάσταση»  για την «κατάληψη της εξουσίας», με  βάση το Λενινιστικό πρότυπο κλπ,  κλπ… που ανέλυαν  με πολύ μπλα-μπλά και στόμφο, «επαναστάτες» αγκιτάτορες  σε υπόγεια γεμάτα καπνούς και κομματικές συγκεντρώσεις.

Του Φάνη Ζουρόπουλου*
Ψάχνοντας προς τα πίσω για να βρούμε πηγές πότε, πως και από ποιους ιδρύθηκε και πρωτοκατοικήθηκε η Πτέρη, το όμορφο, υγιεινό και δροσερό χωριό της Αιγιάλειας σταματάμε στο 1700. Εκεί έχουμε τις πρώτες γραπτές ενδείξεις ότι η Πτέρη υπήρχε σαν οικισμός που είχε σχηματιστεί από Ρουμελιώτες που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στα πλαίσια του επικοισμού που πραγματοποίησαν οι Βενετοί όταν έγιναν κύριοι της Πελοποννήσου, για να λύσουν το δημογραφικό. Από εκεί και πίσω υπάρχουν προφορικές μόνο μαρτυρίες, παλαιών οικογενειών, από πάππου σε εγγονό και πάλι το ίδιο, ότι πολλοί κάτοικοι της Στερεάς Ελλάδας για να γλυτώσουν από τους Τούρκους πέρναγαν τον Κορινθιακό και εγκαθίσταντο στην Πτέρη (ή Φτέρη είναι το ίδιο) ασχολούμενοι με την κτηνοτροφία περισσότερο. Στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας ελάχιστες φόρες έφθασαν  Τούρκοι στην Πτέρη και αυτές για πολύ λίγο. Υπ’ όψιν ότι το υψόμετρο του χωριού είναι 1100 μ.

 

ΤΟΥ ΦΑΝΗ ΖΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ *

Η συμπλήρωση 74 χρόνων από την εκτέλεση 17 Αιγιωτών στις φυλακές της Πάτρας στις 23 Φεβρουαρίου του 1944 φέρνει και πάλι στην επικαιρότητα τα εγκλήματα των Γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στη χώρα μας, που στην πλειοψηφία τους έμειναν αδιευκρίνιστα και κυρίως ατιμώρητα. Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι οι ναζί εγκληματίες έζησαν μετά τον πόλεμο κρυμμένοι σε διάφορες χώρες, μεταμφιεσμένοι και με άλλα ονόματα. Αυτό ισχύει για μικρό αριθμό εγκληματιών, κυρίως υψηλόβαθμων στελεχών των SS των SD και της Γκεστάμπο που είχαν τα μέσα και την δυνατότητα να το κάνουν. Οι περισσότεροι έζησαν κανονικά ήρεμα, με τα πραγματικά τους ονόματα σε πολλές πόλεις της μεταπολεμικής Γερμανίας, χωρίς κανείς να ασχοληθεί μαζί τους... Αν λάβουμε μάλιστα υπ’ όψιν μας ότι στην Ελλάδα όλα τα εγκλήματα έγιναν από τον τακτικό Γερμανικό στρατό, δηλαδή την Βέρμαχτ, οι επιστρέψαντες μετά τον πόλεμο στην Γερμανία, χάθηκαν μέσα στο χάος που επικρατούσε σε μια ισοπεδωμένη χώρα, που μετρούσε πάνω από 50 εκ.  νεκρούς και ο κοινωνικός και οικιστικός της ιστός είχαν στην κυριολεξία διαλυθεί...

 

 

Γράφει ο Φάνης Ζουρόπουλος

Πολλή κουβέντα έγινε τελευταία (λόγω της ψήφισης του αντιρατσιστικού από την Βουλή) για την Γενοκτονία, την σύνθετη ελληνική λέξη εκ του “γένους” και “κτείνω” (σκοτώνω): Εβραϊκό ολοκαύτωμα, Γενοκτονία του Ποντιακού και Μικρασιατικού Ελληνισμού, Αρμένικη Γενοκτονία και οι αντιδράσεις της Τουρκίας απέναντι σε ξένα κοινοβούλια που την αναγνωρίζουν. Αρνητές γενοκτονιών, νομοσχέδια που προβλέπουν την ποινικοποίηση της άρνησης μιας γενοκτονίας -έννοια απόλυτα συνυφασμένη με τον ταραγμένο 20ο αιώνα- η οποία μας ακολουθεί ακόμα. Πώς όμως και πότε ακριβώς προέκυψε ο όρος;