Του  Αλέκου Παπαναστασίου
Τσίπρας και Τσακαλώτος δέχθηκαν, χωρίς να το καταλάβουν, ότι το ελληνικό χρέος δεν μπορεί να αυξηθεί πάνω από τα 325 δισ. ευρώ, όριο που δεν επιτρέπει τη συγκέντρωση ποσών από τις αγορές. Μετά εκλιπαρούσαν το ΔΝΤ για επανόρθωση, αλλά ήταν πλέον αργά...

Με μια γκάφα ολκής αντάξια μιας χρονιάς γεμάτης παλινωδίες, οπερετικούς θεατρινισμούς, άσκοπες καθυστερήσεις και νέα μέτρα 5 δισ. ευρώ, το υπουργείο Οικονομικών αποχαιρέτησε μια ακόμη διαπραγματευτική σεζόν και δίνει πλέον ραντεβού για τον Σεπτέμβρη.

ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ
Η ​​πολιτική-κομματική σύγκρουση συγχωρεί πολλά, αλλά όχι τα πάντα. Για παράδειγμα, δεν συγχωρεί την εντυπωσιακά βραχεία μνήμη η οποία είναι φανερό ότι διέπει τη σύνταξη και την εξαπόλυση των «κατακεραυνωτικών» δηλώσεων, που όσο μεγαλύτερος είναι ο γδούπος τους τόσο ισχνότερο το νόημά τους. Οι εντεταλμένοι με την κατασκευή τους, είτε στελέχη της κομματικής γραφειοκρατίας είναι είτε επίλεκτοι σύμβουλοι ή αφανώς δρώντες και αμειβόμενοι δημοσιογράφοι, φαίνεται ότι το έχουν αποφασίσει πως δεν έχει καμία σημασία αν συλληφθούν αντιφάσκοντες. Θα σου καταμαρτυρήσουν ότι κατηγορείς οξύτατα σήμερα όσα υποστήριζες φανατικά μόλις προχθές; Στην καλύτερη περίπτωση, την πιο ενοχική, θα πεις κάτι περί παρερμηνείας, για να ξεμπερδέψεις. Και στη χειρότερη, δηλαδή τη συνήθη, θα πεις ένα ωραιότατο «ε και;» και θα πας παρακάτω. Στην επόμενη κατακεραυνωτική δήλωσή σου.

Του Νίκου Βατόπουλου

Πίσω από τις σπασμένες βιτρίνες της Ερμού, διαφαίνεται ένα τεράστιο κενό που αφήνει έκθετους και ανυπεράσπιστους τους πολίτες. Η Αθήνα και κατ’ επέκτασιν η ελληνική κοινωνία δέχθηκαν ένα χτύπημα.

Και καθώς οι εικόνες από το βίντεο των βανδαλισμών λειτούργησαν όπως ήθελαν οι δράστες, προκαλώντας δηλαδή ανάμεικτα αισθήματα ανασφάλειας και αγανάκτησης στην κοινή γνώμη, η εικόνα παραμένει ραγισμένη. Πώς θα αντιδράσουν οι επιχειρηματίες στην Ερμού και τα πέριξ την ερχόμενη Κυριακή; Θα ανοίξουν; Θα προσλάβουν μπράβους; Θα υπάρχει αστυνομική δύναμη; Ή θα προτιμήσουν να αφήσουν τα καταστήματα κλειστά; Είναι δυνατόν μία βόλτα στα μαγαζιά στο κέντρο της πρωτεύουσας, μία Κυριακή καλοκαιριού, να εμπεριέχει τον κίνδυνο βίας;

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου
Π​​​​ροχθές το πρωί, στη συμβολή των οδών Αιόλου και Βορέου, συνάντησα τρία παιδιά της Δημοτικής Αστυνομίας. Επειδή είχα αρχίσει να ανησυχώ γιατί είχα καιρό να δω την καφεκίτρινη στολή, ησύχασα. Μια χαρά μού φάνηκαν. Με το νεράκι τους, το καφεδάκι τους, ήσαν σε πολύ καλύτερη κατάσταση από τους υαλοπίνακες της οδού Ερμού που τους είχαν κατεβάσει την προηγουμένη οι απελευθερωτές της κυρίας Ηριάννας. Θα μου πείτε η Ερμού είναι το άντρο του «εμπορικού καπιταλισμού». Ετσι διάβασα και επιτέλους κατάλαβα για ποιον λόγο πάνε τόσοι άνθρωποι εκεί πέρα. Εχει αλυσοδέσει τη συνείδησή τους ο καπιταλισμός, και μάλιστα στην πιο άγρια μορφή του, την εμπορική, αυτή που πουλάει ρούχα, υποδήματα και διάφορα αξεσουάρ που ναρκώνουν την ταξική συνείδηση. Ασε που κάνουν και εκπτώσεις και μερικοί, φρίττω μόνον που το γράφω, ανοίγουν και την Κυριακή. Καλό είναι να τους αφυπνίζουμε πού και πού με βαριοπούλες. Ας είναι και μεμονωμένα περιστατικά. Μεμονωμένο το μεμονωμένο, όλο και κάτι γίνεται.

Του Κώστα Κούρκουλου
H περιγραφή του εμφυλίου πολέμου στην Κέρκυρα από τον Θουκυδίδη, είναι ανατριχιαστική. Θυμίζουμε: Πατέρας σκότωνε το παιδί του. Άρπαζαν ικέτες από τους ναούς και τους έσφαζαν. Οι μετριοπαθείς και των δύο παρατάξεων θανατώνονταν, επειδή προκαλούσε το φθόνο, ακόμη και η ιδέα ότι μπορούσε να ζήσουν. Οι όρκοι δίνονταν για να καταπατηθούν. Όποιος ήταν έξαλλος, γινόταν ακουστός, ενώ όποιος είχε επιφυλάξεις, θεωρούνταν ύποπτος. Όποιος πρόφταινε να κάνει το κακό πριν από τον άλλο, ήταν άξιος επαίνου κ.ο.κ. Και συνοψίζει ο Θουκυδίδης: «…ό,τι φρικαλέο γίνεται σ’ αυτές τις περιστάσεις, έγινε στην Κέρκυρα».