Ομιλία Χρήστου Χωμενίδη στην παρουσίαση του βιβλίου «Εκδοχές Πολέμου» εκδόσεις Πατάκη, Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών, 26.7.2022

 Όταν η πολύωρη συζήτηση του με τον Γιώργο Κουβαρά απομαγνητοφωνήθηκε, πέρασε από τον προφορικό στον γραπτό λόγο, ο Βαγγέλης Βενιζέλος μού έκανε την τιμή να τη θέσει υπ’όψιν μου, ζητώντας μου να σχολιάσω τη ροή της αφήγησης. Διάβασα, ρούφηξα το κείμενο, το απήλαυσα, θαύμασα τον χειμαρρώδη -κυρίως δε ακριβέστατο και αναλυτικότατο- λόγο του Βενιζέλου και τις μαιευτικές ικανότητες του Κουβαρά. Μια πρόταση είχα μόνο. Να ξεκινήσει η αφήγηση “in media res”, από το μέσον της πλοκής κατά την τακτική του Ομήρου. Να προταχθεί το πιο συμπυκνωμένο σε κρισιμότητα και σε δραματικότητα επεισόδιο της φοβερής εκείνης εποχής που ανακαλεί ο Βενιζέλος.

 

Συνέβη στις 16 Σεπτεμβρίου του 2011, στο περιθώριο του άτυπου Συμβουλίου των Υπουργών Οικονομικών, το οποίο είχε συνέλθει στην πόλη Βρότσλαβ της Πολωνίας. Η αντιπροσωπεία της Ελλάδας και της Γερμανίας καταλύουν στο ξενοδοχείο Μόνοπολ. Αργά το βράδυ, συναντιούνται κατ’ιδίαν, εν κρυπτώ από τον τύπο και από τους ομολόγους τους, τέσσερις όλοι και όλοι άνθρωποι. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε με παραστάτη του τον Γκεργκ Άσμουσεν. Και ο Ευάγγελος Βενιζέλος με παραστάτη του τον Γιώργο Ζανιά.

Ο Σόιμπλε δεν χάνει ώρα, μπαίνει κατευθείαν στο προκείμενο. Διατυπώνει ευθέως τη γερμανική πρόταση. “Let’s discuss” –«ας συζητήσουμε»- “the exit of Greece from euro”. «Την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ». Το brexit. Δεν πρόκειται, προφανώς, για παρόρμηση της στιγμής – οι Γερμανοί έχουν ετοιμάσει ένα αρκετά αναλυτικό σχέδιο δράσης. Εξερχόμενη εθελουσίως η Ελλάδα από το κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, θα λάμβανε από τους πρώην εταίρους ένα ρεγάλο τού ύψους, ας πούμε, των 50 δις ευρώ. Η Ευρώπη θα οργάνωνε μιαν αερογέφυρα για τον εφοδιασμό της Ελλάδας με τα απολύτως απαραίτητα αγαθά που δεν παράγονται στη χώρα μας, τρόφιμα, φάρμακα, καύσιμα ακόμα-ακόμα. Οι Έλληνες θα μπορούσαν να σηκώνουν από τα ΑΤΜ ένα ποσό της τάξης των πενήντα ευρώ την εβδομάδα, ώστε να καλύπτουν -να καλύπτουν;- κάποιες από τις στοιχειώδεις τους ανάγκες. Και όταν, με το καλό, καταλήγει ο Σόιμπλε, η Ελλάδα κάποτε ανακάμψει, θα μπορεί να αιτηθεί την επιστροφή της στην ευρωζώνη. Φέξε μου και γλύστρησα δηλαδή.

Ο Βενιζέλος απαντάει ακαριαία. «Δεν θα οδηγήσουμε τη δημοκρατία σε κρίση, τον λαό στη φτώχεια, την Ελλάδα πενήντα χρόνια πίσω! Κι αν δεν μπορείς να καταλάβεις το ντόμινο εφέ μιας τέτοιας απόφασης, πίστεψε με! Θα είναι τεράστιο, ανυπολόγιστα βαρύ τόσο για την πατρίδα μου όσο και για την Ευρώπη.» Ο Σόιμπλε επιμένει. «Μήπως θα ήθελες να ρωτήσεις τον Πρωθυπουργό σου;» Ο Βενιζέλος κόβει την κουβέντα. «Εκπροσωπώ την Ελλάδα και η απάντησή μου είναι όχι. Δεν συζητώ το σενάριο αυτό.» 

 Αυτά συνέβησαν, επαναλαμβάνω, τον Σεπτέμβριο του 2011. Μακριά από τα μάτια της κοινής γνώμης, χωρίς «γουάου!» και τυμπανοκρουσίες. Εν κρυπτώ και παραβύστω, αφού η δημοσιοποίηση και μόνο μιάς τέτοιας συζήτησης θα έφερνε καταστροφικές για την Ελλάδα αντιδράσεις από τις διεθνείς αγορές. Τότε έζησε ο Βενιζέλος, μαζί με τον Ζανιά, τις προσωπικές του Θερμοπύλες. Κλήθηκε να υψώσει το ανάστημα του μπροστά σε έναν αντίπαλο υπέρτερο και αποφασισμένο. Τύχη αγαθή, ο αντίπαλος -που δεν ήταν βεβαίως μόνο ο Σόιμπλε αλλά και όσοι εκτός αλλά και εντός Ελλάδας επιθυμούσαν και απεργάζονταν το Grexit- τύχη αγαθή ο αντίπαλος απεκρούσθη.

Ήταν μια από τις κορυφώσεις της ελληνικής τραγωδίας, η οποία μας συντάραξε άπαντες. Μας έκανε να φτύσουμε το γάλα της μητέρας-Μεταπολίτευσης. Των τρεισήμισι ευφρόσυνων και ανέμελων δεκαετιών, από το 1974 έως το 2010, όπου οι Έλληνες πήγαιναν καθημερινά από το καλό στο καλύτερο, ενίσχυαν τα εισοδήματά τους, απολάμβαναν εργασιακή ασφάλεια, είχαν διασφαλισμένη μια άνετη και γρήγορη συνταξιοδότηση κι όλα εκείνα τα ένοιωθαν ως δεδομένα, με ισχύ φυσικού σχεδόν νόμου, όπως και η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρούσε δεδομένο πως καμία κρίση δεν επρόκειτο ποτέ να απειλήσει σοβαρά την Ευρωζώνη.

Παιδί της Μεταπολίτευσης είναι ο Βαγγέλης Βενιζέλος. Λαϊκό παιδί μάλιστα, μεγαλωμένο σε μια μικρομεσαία γειτονιά της Θεσσαλονίκης. Κάθε άλλο παρά πορφυρογέννητος γόνος. Καλό είναι να μην ξεχνάμε ότι ο Βαγγέλης Βενιζέλος, όπως και όλοι εμείς, εκλήθη να ανοίξει δρόμο στη ζωή, να κάνει τα πρώτα του αποφασιστικά βήματα, στηριζόμενος στις δικές του ψυχικές και διανοητικές δυνάμεις.

Η αρχική του ανάμειξη με την πολιτική συνέβη το 1977, όταν εντάχθηκε στη Συμμαχία των Προοδευτικών και Αριστερών Δυνάμεων, ένα σοσιαλδημοκρατικό-ευρωκομμουνιστικό σχήμα που στελεχωνόταν από εξέχουσες προσωπικότητες, με προεξάρχοντα τον Ηλία Ηλιού, μα δεν περπάτησε -φευ- στις κάλπες. Ο Βαγγέλης Βενιζέλος, ανήλικος ακόμα βάσει του τότε νόμου, ρίχτηκε με πάθος στην εκλογική μάχη. Και πλούτισε σε εμπειρία παρά το πτωχό, μόλις 2,5%, τελικό αποτέλεσμα.

Η είσοδός του στην κεντρική πολιτική σκηνή έγινε κατά το «βρώμικο» 1989. Όταν εκκινώντας από το σκάνδαλο Κοσκωτά, οι πολιτικές δυνάμεις εκ δεξιών και εξ ευωνύμων, επεδίωκαν λυσσωδώς να απαξιώσουν οριστικά το Πασόκ και να καταδικάσουν στο Ειδικό Δικαστήριο τον Ανδρέα Παπανδρέου. Ο Βαγγέλης Βενιζέλος, ήδη καθηγητής του Συνταγματικού Δικαίου, προσήλθε αυθόρμητα και υπερασπίσθηκε εντυπωσιακά τον Ανδρέα. Στις εκλογές του 1993 εξελέγη βουλευτής Θεσσαλονίκης χωρίς να έχει περάσει από κανέναν κομματικό σωλήνα.

Υπήρξε ο Βαγγέλης Βενιζέλος πολιτικό στέλεχος της Μεταπολίτευσης, κατά τη δεύτερη περίοδό της; Βεβαίως. Και από τα πλέον εξέχοντα. Διετέλεσε Υπουργός Τύπου και Κυβερνητικός Εκπρόσωπος, Υπουργός Μεταφορών και Επικοινωνιών, Υπουργός Δικαιοσύνης, Υπουργός Ανάπτυξης, Υπουργός Πολιτισμού, Υπουργός Άμυνας. Επί χρόνια και χρόνια, όποια πέτρα και να σήκωνες βρισκόταν από κάτω.

Φέρει μερίδιο ευθύνης για την πορεία που κατέληξε στη χρεοκοπία του κράτους και την υπαγωγή της χώρας στα μνημόνια; «Η αντικειμενική ευθύνη είναι συλλογική, παλλαϊκή» λέει ο ίδιος. «Κάθε πολίτης, με τη δύναμη της ψήφου του, σηκώνει έναν τουλάχιστον κόκκο άμμου της χρεοκοπίας.» Διαφωνώ. Οι ηγεσίες είναι οι οποίες καθοδηγούν. Και πού εγγυώνται την ομαλή πορεία του τόπου.

Το ερώτημα στην προκειμένη είναι μείζονος ιστορικού ενδιαφέροντος. Και πρέπει να προσεγγιστεί με μεθοδολογία αστυνομική. “Who Done It?” αναφωνούν στους αιώνες όλοι οι ντετέκτιβ, από τον Ηρακλή Πουαρό της Άγκαθα Κρίστι μέχρι τον Οιδίποδα του Σοφοκλή, ο οποίος έφτασε στο ζενίθ του τραγικού όταν -μεταφορικά μιλάω- κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Η απάντηση για την ελληνική τραγωδία έχει βεβαία χρονολογία: από το 2004 μέχρι το 2009, ιδίως δε από το 2007 έως το 2009, τα δημοσιονομικά στοιχεία της χώρας επιδεινώθηκαν ραγδαία. Η κυβέρνηση Κώστα Σημίτη παρέδωσε μια οικονομία με παθογένειες και με προβλήματα, εύκολα ή δύσκολα, πάντως διαχειρίσιμα. Η κυβέρνηση Γιώργου Παπανδρέου παρέλαβε μια οικονομία σε τροχιά άφευκτης και σύντομης καταστροφής.

Και οι νοοτροπίες; Και οι ολέθριες έξεις με τις οποίες είχαν διαπαιδαγωγηθεί δύο σχεδόν γενεές Ελλήνων;

Ας μην ενδώσουμε στον πειρασμό της ηθικολογίας, η οποία εντέλει σχετικοποιεί την ενοχή. Η πατρίδα μας χρεοκόπησε την άνοιξη του 2010 εξαιτίας συγκεκριμένων πράξεων συγκεκριμένων ανθρώπων που υποτιμούσαν -ίσως να μην είχαν καν συνείδηση- των κινδύνων από τη διεθνή οικονομική κρίση της εποχής.

Βεβαίως η μεταπολιτευτική ανάπτυξη στάθηκε εξαρχής στρεβλή. Ασφαλώς η Ελλάδα δεν μπόρεσε να βρει τον ρόλο της στην Ευρωπαϊκή Ένωση παρά την αντιλαμβανόταν σαν το Κέρας της Αμάλθειας, από το οποίο θα μπορούσε στο διηνεκές να τρέφεται θαυμάσια, αντλώντας και μοιράζοντας τα αξέχαστα χρηματοδοτικά «πακέτα». Βαρύνονται -εννοείται- και οι Βρυξέλλες και το Στρασβούργο για εκείνη τη σχεδόν θανατηφόρα, όπως απεδείχθη, παρεξήγηση… Το έγκλημα ωστόσο συνετελέσθη από το 2004 έως το 2009. Σε αυτό, κάποτε επιτέλους, πρέπει όλοι να συμφωνήσουμε.

Πού βρίσκει η χρεοκοπία και το πρώτο μνημόνιο τον Βαγγέλη Βενιζέλο; Στο Υπουργείο Άμυνας. Δεν πρόκειται -εννοείται- για τιμητική αποστρατεία ούτε για παροπλισμό. Ο Γιώργος Παπανδρέου πάντως έχει σχηματίσει μια κυβέρνηση με σχετικά άγνωστα, «φρέσκα» και αφοσιωμένα στον ίδιο πρόσωπα. Και έχει στείλει τον κύριο εσωκομματικό του αντίπαλο στο βιλαέτι της λεωφόρου Μεσογείων, σε απόσταση ασφαλείας από το επίκεντρο των εξελίξεων.

Απόσταση ασφαλείας για ποιόν από τους δύο; Έτσι όπως επιδεινώθηκαν, καταιγιστικά, τα πράγματα θα λέγαμε για τον Βενιζέλο. Ο οποίος θα μπορούσε κάλλιστα σαν ήρωας του Νίκου Περάκη να ακολουθήσει την τακτική της «Λούφας και Παραλλαγής». Να παραμείνει πολιτικά αλώβητος ενώ στου Μαξίμου και στην Πλατεία Συντάγματος θα πέφτανε κορμάκια. Και όταν κάποτε θα κατακαθόταν ο κουρνιαχτός να εμφανιστεί ως παράκλητος εν μέσω ερειπίων.

Το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας μπορεί να χωριστεί σε τρεις κατηγορίες ανάλογα με τη στάση που κράτησε μετά τη χρεοκοπία. Στην πρώτη ανήκουν εκείνοι που απεσύρθησαν από την επικαιρότητα -ίσως και από τα εγκόσμια-, που σιώπησαν διαλογιζόμενοι ή ομφαλοσκοπούντες. Στη δεύτερη, όσοι -και ήταν κάμποσοι- μεταμορφώθηκαν οβιδιακά. Κοιμήθηκαν μετριοπαθείς και ξύπνησαν φλογερότατοι επαναστάτες. Έφυγαν άρον-άρον από τον στάβλο του εκσυγχρονισμού και κάλπασαν στις πλατείες της «Αγανάκτησης». Άφησαν τη ρακέτα του τέννις και έπιασαν τη ρομφαία. Ο Βαγγέλης Βενιζέλος ανήκει σε μιά τρίτη κατηγορία. Αποφάσισε, χωρίς ταλαντεύσεις, να ορθώσει το ανάστημά του, να ρίξει το βάρος του για τη σωτηρία της πατρίδας. Όπως ο ίδιος την αντιλαμβανόταν. Κοιτάζοντας κατάματα τις καταστάσεις.

Γιατί το έκανε αυτό;

Σίγουρα όχι από άγνοια κινδύνου. Όταν, τον Ιούνιο του 2011, ανέλαβε Υπουργός Οικονομικών, είχε απόλυτη συναίσθηση τι τον περίμενε. Ένα αγαπητό και έμπιστο του πρόσωπο, μια οικογενειακή του φίλη, τον είχε προειδοποιήσει ρητά. «Αυτό που κάνεις θα είναι ο πολιτικός, ενδεχομένως και ο προσωπικός σου θάνατος».

Κινήθηκε από αίσθηση του χρέους; Από πατριωτισμό; Αναμφίβολα. Ελλόχευε όμως -ας μού επιτραπεί εδώ να τον αμπελοψυχαναλύσω- και κάτι πολύ βαθύτερο. Στον πυρήνα της προσωπικότητάς του. Μιά αρχαϊκή στόφα αρχηγού, που της μέλλεται να ξεδιπλωθεί και να επιβεβαιωθεί όχι στον θρίαμβο αλλά στη θυσία.

Έχω εμπνευστεί από τον Βαγγέλη Βενιζέλο ένα παράπλευρο μα κρίσιμο πρόσωπο στο μυθιστόρημά μου «Νεαρό Άσπρο Ελάφι». Πρόκειται για έναν υπουργό που ταξιδεύει από τις Κυκλάδες προς τον Πειραιά με το πλοίο της γραμμής. Αράζει με τη συντροφιά του στο εστιατόριο της πρώτης θέσης και απολαμβάνει νωχελικός τον πλου. Ώσπου το πλοίο χτυπάει σε ύφαλο και παίρνει -εν ριπή οφθαλμού- κλίση. «… Σε στιγμές υψηλού κινδύνου» γράφω «αναδεικνύονται αυτομάτως οι φυσικοί ηγέτες κάθε ανθρώπινης ομάδας. Εγώ δεν ήμουν ένας από εκείνους. Ο υπουργός ήταν. Αποσβολωμένος, μαρμαρωμένος, τον παρακολουθούσα να γαβγίζει εντολές προς τους επιβάτες. Το στόμα του είχε αφρίσει, το πρόσωπό του είχε παραμορφωθεί, έδειχνε ωστόσο να ξέρει πολύ καλά τι έλεγε. “Ανοίξτε όλες τις πόρτες! Βγείτε στο κατάστρωμα, οι μισοί απ’τα αριστερά, οι μισοί από τα δεξιά, τα παιδιά και οι γυναίκες προηγούνται! Μη σπρώχνεστε!”…»    

Επιστρέφοντας από τον μυθιστορηματικό στον πραγματικό κόσμο, αυτά έκανε ο Βαγγέλης Βενιζέλος από το 2011 μέχρι το 2015. Αντιμετωπίζοντας ταυτόχρονα τον εξωτερικό κίνδυνο και τις εσωτερικές αντιδράσεις και αποδοκιμασίες. Αναλώνοντας ταχύτατα το προσωπικό του πολιτικό κεφάλαιο. Καθιστάμενος άκρως αντιδημοφιλής όταν ανακοίνωσε το περιβόητο ΕΕΤΗΔΕ, το ειδικό τέλος των ηλεκτροδοτούμενων επιφανειών, κοινώς καλούμενο «χαράτσι της ΔΕΗ». Γευόμενος έναν μοναχικό σχεδόν αίσθημα θριάμβου όταν συμφωνήθηκε το κούρεμα του ελληνικού χρέους σε ποσοστό 53%. Οσάκις επιχειρούσε να εξηγήσει σε ευρύ ακροατήριο τη σημασία του PSI, εισέπραττε κατά το πλείστον δύσπιστα βλέμματα. Έωλους ισχυρισμούς ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να έχει πετύχει το ίδιο αποτέλεσμα από διαφορετικό, λιγότερο ακανθώδη δρόμο. Κατάρες ακόμα-ακόμα από τους ομολογιούχους κι από τους οπαδούς της αντιπολίτευσης, που υποσχόταν να καταργήσει αυτοστιγμεί τα μνημόνια με ένα νόμο του ενός άρθρου.

Οι αντιδράσεις, τα «γιούχα» του πλήθους ήταν εν πολλοίς συγγνωστά. Όταν συναινείς στο δύσκολο, στο δυσάρεστο, στο κακό πασχίζοντας να αποφύγεις το τρισχειρότερο, το μοιραίο, λίγοι προφανώς θα σε επευφημήσουν. Για την μεγάλη πλειονότητα το κακό είναι εκεί εξαιτίας σου, καίει και τσουρουφλίζει. Ενώ το τρισχειρότερο, το μοιραίο για τη χώρα και για τον λαό της, αποτελεί μια νεφελώδη έννοια.

«Ανεβαίναμε Γολγοθά» λέει ο Βαγγέλης Βενιζέλος στον Γιώργο Κουβαρά. «Μας περίμενε όμως ο Ναός της Αναστάσεως…» Γνωρίζοντας τον ξέρω ότι η παραπάνω φράση από τα χείλη του μάλλον ευχή ήταν. Παρά μετά λόγου γνώσεως πρόβλεψη.

Το PSI ελάφρυνε όντως το χρέος, το κατέστησε βιώσιμο, συνέβαλε στο να πορεύεται η Ελλάδα σε σχετικά ήρεμα νερά έως και σήμερα. Η κυβέρνηση εντούτοις Συριζανέλ, που εξελέγη τον Ιανουάριο του 2015, λίγο έλειψε, κατά το πρώτο επτάμηνό της, να ματαιώσει οριστικά ό,τι με νύχια και με δόντια είχαν πετύχει οι προηγούμενοι. Να καταστρέψει σε μεγάλο βάθος χρόνου την Ελλάδα. Να φουντάρει την πατρίδα όχι αποδοκιμαζόμενη αλλά επευφημούμενη από τα πλήθη.

Εδώ έγκειται το τραγικό στοιχείο της πολιτικής, παντού και πάντα. Χτίζεις σε κινούμενη άμμο. Ό,τι και να υψώσεις, ό,τι και να κατορθώσεις, μπορεί ο διάδοχος σου -ή και ένα φύσημα απλώς του αέρα- εν ριπή οφθαλμού να το αφανίσει.

Τι μένει; Μια αίσθηση προσωπικής ικανοποίησης. Πως έπραξες το σωστό. Ότι άντεξες. Ότι αντί για τον πολιτικό σου θάνατο μετέβης στον χώρο της μεταπολιτικής, όπου απολαμβάνεις πλέον τη βαθύτατη εκτίμηση εγκάρδιων φίλων αλλά και πολλών πρώην εχθρών. Πως ενώ οι πιο λυσσαλέοι πολέμιοι σου επανέρχονται πλέον στις κανονικές τους διαστάσεις, γίνονται αυτό που ανέκαθεν ήταν, γραφικές φιγούρες, εσύ υπάρχεις ως χρυσή εφεδρεία. Σημείο αναφοράς.

Έπεα πτερόεντα. «Η Ιστορία θα σε δικαιώσει!» είπα κάποτε στον Βαγγέλη Βενιζέλο, σε μια προσωπική κουβέντα μας. «Μην βάζεις και στοίχημα!» χαμογέλασε φλεγματικά. «Του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, ο οποίος καθόρισε την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας για δύο ήδη αιώνες, με το ζόρι του αφιέρωσαν ένα μικρό δρομάκι στο κέντρο της Αθήνας.» «Τον μνημονεύουν όμως στις ιστορικές διατριβές…» «Τις οποίες διαβάζουν πόσοι;»

Ίσως το επιμύθιο του βιβλίου που παρουσιάζουμε, της διαδρομής που ιχνηλατούμε απόψε, όλων των διαδρομών που υπερβαίνουν τη συνήθεια και το συμφέρον, που μεταμορφώνουν στη διάρκειά τους τούς ανθρώπους, να βρίσκεται σε έναν διάλογο του Οδυσσέα Ελύτη με τον Μάνο Χατζιδάκι.

Στα στερνά τους και οι δύο, είχαν συναντηθεί νοσηλευόμενοι στον «Ευαγγελισμό». Ο Ελύτης, λέει, είχε εκείνο το απόγευμα πολύ κακά κέφια. «Γιατί τα κάναμε όλα αυτά, ρε Μάνο; Για ποιους; Τι νόημα είχε που δουλέψαμε τόσο;» «Μην ανησυχείς, Οδυσσέα μου…» τού απάντησε ο Χατζιδάκις. «Για εμάς και τους φίλους μας τα κάναμε. Άλλωστε η Ελλάδα υπάρχει αληθινά μόνο στα όνειρά μας.»-

Χ.Α.ΧΩΜΕΝΙΔΗΣ

 

 

 

 

 

Το Βήμα της Αιγιάλειας
Author: Το Βήμα της Αιγιάλειας
Ανεξάρτητη eφημεριδα άποψης.

BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS