Πέτρος Τατσόπουλος: Ολοκληρώθηκε το μεγάλο χειρουργείο, νοσηλεύεται στη ΜΕθ

Πρώτα κατάλαβα ότι είχε πεθάνει και μετά έμαθα ότι πέθανε

Του Πέτρου Τατσόπουλου

Πρώτα κατάλαβα ότι είχε πεθάνει και μετά έμαθα ότι πέθανε. Μην πάει ο νους σας σε τίποτε μεταφυσικό. Εκείνο το πρωινό της Πέμπτης έκανα τον συνηθισμένο μου περίπατο. Από ένα ανοιχτό παράθυρο άκουσα να ξεχύνεται ένα τραγούδι του.

Αυτό από μόνο του δεν ήταν ιδιαίτερα περίεργο, παρότι είχα καιρό ν’ ακούσω τραγούδι του να παίζεται κάπου, ίσως και πάνω από χρόνο.



Οταν όμως άκουσα στο καπάκι τραγούδι του να ξεχύνεται και από δεύτερο παράθυρο και από τρίτο και από τέταρτο… κατανόησα ότι ένας τόσο σπάνιος συντονισμός μουσικών επιλογών δεν θα μπορούσε να συνδυάζεται παρά μονάχα με το απευκταίο.

Επειτα πλάκωσαν τα SMS στο κινητό μου από διάφορα κανάλια. Δεν χωρούσε αμφιβολία. Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε πεθάνει.

Με τα ίδια του τα τραγούδια, τουλάχιστον τα πιο γνωστά, θα ισχυριζόμουν ανεπιφύλακτα ότι κατά την ύστερη εφηβεία μου η εμπειρία μου ήταν τραυματική, για λόγους αυστηρά χωροταξικούς: διέμενα με τους θετούς μου γονείς επί της οδού Φαιδριάδων 2, στο ύψος της Πλατείας Κυψέλης, περικυκλωμένος από κομματικά γραφεία με μεγάφωνα.

Πρέπει να μπείτε στο κλίμα της εποχής πριν από περίπου μισό αιώνα. Τότε, κατά τις προεκλογικές περιόδους, αλλά και με κάθε άλλη ευκαιρία – μια απεργία, λόγου χάριν, μια πορεία, μια συγκέντρωση – τα μεγάφωνα των κομμάτων της Αριστεράς (συμπεριλαμβανομένου του ΠΑΣΟΚ, που έδρευε στην πολυκατοικία μας) έπαιζαν ασταμάτητα και στη διαπασών τραγούδια του Θεοδωράκη.

Όποτε ο Μίκης μάλωνε με κάποιο από αυτά τα κόμματα – και μάλωνε συχνά – το κόμμα τού «έκανε μούτρα» και αντικαθιστούσε το ρεπερτόριό του συνήθως με το ρεπερτόριο του Θάνου Μικρούτσικου, αλλά πάντοτε υπήρχαν αρκετά κόμματα πρόθυμα για να υποβάλλουν όλους εμάς, τους κατοίκους της περιοχής, σε ένα μαρτύριο ανάλογο με του Μάλκολμ ΜακΝτάουελ στο «Κουρδιστό Πορτοκάλι».

Οι πιθανότητες να συναντήσω τον Θεοδωράκη στα νιάτα μου και να μιλήσω επί ώρα μαζί του – να μου μιλήσει, πρωτίστως – άγγιζαν τις μηδενικές: ως δευτεροετής φοιτητής της Βιομηχανικής δεν ήμουν οργανωμένος σε κανένα κόμμα και δεν διατηρούσα καμία επαφή είτε με προσωπικότητες της πολιτικής είτε με προσωπικότητες του πολιτισμού, πόσω μάλλον με τον συνδυασμό τους.

Μολαταύτα, το φθινόπωρο του 1979, το διαβατήριο γι’ αυτήν την απρόσμενη συνάντηση είχε ήδη εκδοθεί, είχε όνομα κι επώνυμο: Λαοκρατία Λάκκα.

Δεκαέξι χρόνια μεγαλύτερή μου η Λαοκρατία, γεννημένη τον προτελευταίο χρόνο της Κατοχής, αναγνωρισμένη ήδη βιολόγος – ένα φεγγάρι είχε εργαστεί στη Γαλλία και ως βοηθός του περίφημου νομπελίστα Ζακ Μονό (1910-1976) – ήταν προσφιλής (ένα είδος «μασκότ», θα έλεγα) στις γραμμές της ελληνικής Αριστεράς για εντελώς διαφορετικούς λόγους και πολλά χρόνια προτού πληροφορηθούμε (εγώ μόλις την περασμένη εβδομάδα) ότι είναι και θεία του Αλέξη Τσίπρα: θέλεις το βαπτιστικό που επέμεινε να της δώσει ο πατέρας της, αντάρτης του ΕΛΑΣ και κατοπινός πολιτικός πρόσφυγας, θέλεις ο πολυτάραχος βίος της και από τις δύο πλευρές του «παραπετάσματος», την καθιστούσαν ευπρόσδεκτη σε κάθε σπίτι αριστερής διασημότητας ή προοδευτικού συνοδοιπόρου.

Μαζί με τον βασιλικό ποτίζεται και η γλάστρα: η γλάστρα ήμουν εγώ. Η Λαοκρατία με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στο σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη, όπως και στο σπίτι του Μιχάλη Κακογιάννη, που – εάν δεν με απατά η μνήμη μου – ήταν δυο-τρία στενά παρακάτω, πάντα στην περιοχή του Φιλοπάππου. Ειδικά τον Θεοδωράκη, η Λαοκρατία τον λάτρευε και για κάθε του επιλογή, καλλιτεχνική ή κομματική, ορθή ή στραβή, δεν σήκωνε μύγα στο σπαθί της.

Δεν είναι εύκολο να ανακαλέσω, ιδίως σαράντα δύο χρόνια αργότερα,  το σοκ από την προσωπική γνωριμία ενός 20χρονου «άμουσου» φοιτητή με έναν 54χρονο παγκοσμίου φήμης μουσικοσυνθέτη που, συν τοις άλλοις, ήταν ήδη και «ζωντανός θρύλος» της Αριστεράς.

Ο Θεοδωράκης – εάν εξαιρέσεις το φυσικό του παράστημα, για το οποίο ήμουν ενήμερος – δεν ταίριαζε με κανένα από τα στερεότυπα που τον συνόδευαν.

Πρώτα απ’ όλα, το χιούμορ του. Το σαρδόνιο, μακάβριο, βιτριολικό, συχνά αυτοσαρκαστικό (αν και πάντοτε κατά βάθος φιλάρεσκο) χιούμορ του.

Είμαι σίγουρος ότι έχετε διαβάσει κατεβατά αυτές τις ημέρες για την απαράμιλλη αφηγηματική του δεινότητα, αλλά σας βεβαιώ ότι, εν έτει 1979, το κλισέ για το ύφος του «αριστερού» στο δικό μας φαντασιακό ήταν πιο κοντά στην ιλαρή περιγραφή του Γιάννη Ζουγανέλη: ο μονίμως «στεναχωρημένος». Το ακριβώς αντίθετο του Μίκη.

Το χιούμορ του Θεοδωράκη ήταν κατεδαφιστικό. Δεν αναγνώριζε «ιερά και όσια». Παρότι είχε τεθεί επικεφαλής εκείνο τον καιρό μιας θνησιγενούς πολιτικής πρωτοβουλίας, της Κίνησης για την Ενιαία Αριστερά, δέκα ολόκληρα χρόνια πριν από την Πτώση του Τείχους (1989) και τις «προφητείες» του Φράνσις Φουκουγιάμα λίγο κατόπιν για το «Τέλος της Ιστορίας» (1992), ο Μίκης έδειχνε ήδη πεπεισμένος για τον θάνατο των ιδεολογιών.

«Δεν υπάρχουν ΗΠΑ και ΕΣΣΔ», μας έλεγε δίχως να το πολυσκεφτεί, χαλαρωμένος πιθανόν από την παρουσία της Λαοκρατίας, «υπάρχουν Esso και Mobil».

Τις ίδιες ημέρες – όταν ακόμη κυκλοφορούσαν χουντικά «σταγονίδια» στο στράτευμα – υπηρετούσε τη θητεία του ο γιος του ο Γιώργος και ρωτούσε απονήρευτα τον λοχαγό του: «Κύριε λοχαγέ, ο ταγματάρχης μας είναι χουντικός;».

Γινόταν άνω-κάτω το τάγμα λόγω της επωνυμίας του συγκεκριμένου φαντάρου, έφθανε το ζήτημα έως το γραφείο του υπουργού Εθνικής Αμυνας, του Αβέρωφ, και ο τελευταίος σε απόγνωση τηλεφωνούσε στον πατέρα.

«Σε παρακαλώ, Βαγγέλη», απαντούσε ο Θεοδωράκης, σκασμένος στα γέλια· «το παιδί δεν σκαμπάζει από πολιτική, μην το ταλαιπωρείτε».

Ανήμερα της επίσκεψής μας είχε δημοσιευτεί – στο «Βήμα», αν δεν κάνω λάθος  –  μια φωτογραφία από τη δεξίωση που παρέθετε κάθε χρόνο η σοβιετική πρεσβεία για την Οκτωβριανή Επανάσταση· εικόνιζε τον Αβέρωφ, τον Θεοδωράκη και τον Φλωράκη σκασμένους στα γέλια.

Η Λαοκρατία τον ρώτησε γιατί γελούσαν. «Α, τίποτε, σαχλαμάρες», αποκρίθηκε ο Μίκης· «ο Αβέρωφ μας πλησίασε με ύφος τσαχπίνικο και μας είπε: «Εσείς είστε κομμουνιστές, δεν σας κάνω παρέα»…».

Κυνισμός; Ρεαλισμός; Η σκληρή ωμότητα και η σιωπηρή αλληλεγγύη που επικρατεί σχεδόν πάντοτε στα «υψηλά κλιμάκια», την ίδια ώρα που οι οπαδοί τους «ματώνουν» στο πεζοδρόμιο ή ένα ενσταντανέ από τον «πολιτικό πολιτισμό» που παραμένει ζητούμενο, μια εικόνα από το μέλλον που ακόμη περιμένουμε;

Ξαναείδα τον Μίκη Θεοδωράκη από κοντά, ως βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ πια, αλλά ουδέποτε είχα την ευκαιρία να μιλήσω πάλι μαζί του «εκ βαθέων».

Εάν κρίνω μάλιστα από την πλειονότητα των δηλώσεων επωνύμων και ανωνύμων μετά τον θάνατό του, αυτό ήταν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της διαχρονικής γοητείας του: υπήρχε πάντα ένας Μίκης για τον καθένα.

https://www.in.gr/2021/09/12/apopsi/enas-mikis-gia-ton-kathena/

 

Το Βήμα της Αιγιάλειας
Author: Το Βήμα της Αιγιάλειας
Ανεξάρτητη eφημεριδα άποψης.

BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS