Του ΤΑΣΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

Το αγωνιώδες ερώτημα που τίθεται καθημερινά από τους δημοσιογράφους στους λοιμοξιολόγους που παρελαύνουν από τα κανάλια είναι, πότε θα λήξει ο συναγερμός.


Η απάντηση από όλους τους επιστήμονες και κυρίως από τον εξαίρετο καθηγητή Σωτήρη Τσιόδρα είναι, ότι είμαστε στην αρχή του τέλους. Μια απάντηση που θυμίζει τους χρησμούς της Πυθίας.


Του Χρήστου Χωμενίδη

Με την επέλαση του Covid 19 στην Ευρώπη και αφού εγκαίρως συνειδητοποίησε η ελληνική κυβέρνηση το μέγεθος της απειλής, το κατεπείγον της κατάστασης, αντιμετώπισε δύο πρωτόγνωρες προκλήσεις.

Όφειλε, πρώτον, να τραντάξει την κοινή γνώμη. Να της δώσει να καταλάβει ότι τα πράγματα έχουν γίνει -από τη μια μέρα σχεδόν στην άλλη- εξαιρετικά σοβαρά. Να αντιληφθεί και ο πιο ανίδεος και ο πλέον κακόπιστος πολίτης πως διατρέχει άμεσο κίνδυνο ζωής ο ίδιος και τα προσφιλή του πρόσωπα. Να μη μείνει ούτε το ελάχιστο περιθώριο για "εναλλακτικές προσεγγίσεις", για εφησυχασμό, για αντακλαστική, ενστικτώδη αμφισβήτηση όσων έλεγαν οι επίσημοι φορείς.


Γράφει ο Δημήτρης Καμπουράκης

Τι μας διδάσκει η ιστορία; Πως όταν μια κλειστή ομάδα ανθρώπων αποφασίσει να κάνει γνωστή την παρουσία της, καταφεύγει στον εξτρεμισμό. Στόχος των πρώτων ζηλωτών που αναλαμβάνουν αυτή την  αποστολή, δεν είναι να πείσουν τις μάζες. Τουναντίον τις προκαλούν για να κάνουν όσο γίνεται μεγαλύτερο θόρυβο. Γι' αυτό μην φρίττετε με όσα έγραψε ο Καρτερός για τον Τσιόδρα. Όσο πιο κατάπτυστα ήταν, τόσο καλύτερα υπηρετούσαν τον σκοπό  του Θανάση.


Γράφει ο Αλέξης Παπαχελάς

Παράξενο πράγμα ο υπαρξιακός φόβος. Από τη μια στιγμή στην άλλη νιώθεις ότι μπορεί να μην αγκαλιάσεις ξανά αυτούς που αγαπάς, να μην έχεις την ευκαιρία να ζητήσεις συγγνώμη για κάποια γέφυρα που έκοψες χωρίς λόγο ή να ξαναδείς το αγαπημένο σου αιγαιοπελαγίτικο εκκλησάκι με την ελληνική σημαία να κυματίζει δίπλα. Νιώθεις ένα ανεξήγητο άγχος ότι δεν θα ξαναδείς πράγματα που πρακτικά ποτέ δεν είχες καν παρατηρήσει. Είναι πολύ παράξενο πόσο κινηματογραφικές και ρομαντικές μπορούν να μοιάζουν οι «ρετρό» λάμπες της Βασιλίσσης Σοφίας από το πίσω παράθυρο ενός ασθενοφόρου.


Γράφει η Ευτυχία Λαμπροπούλου

Λίγο μετά το ξημέρωμα με τον αέρα να λυσσομανά μια κυρία τυλιγμένη στη ρόμπα της κρατά μια νάιλον τσάντα που μέσα περιέχει ένα μπολ, χτυπά την πόρτα του διπλανού σπιτιού,  το κρεμά στο πόμολο και φεύγει. Ελάχιστα λεπτά μετά μία γιαγιά κάνει την εμφάνισή της το παίρνει και καθώς περνούσα άκουσα να μονολογεί, «να έχεις την ευχή μου, παιδί μου». Δάκρυα κύλισαν στα μάτια μου.