Του Ευάγγελου Βενιζέλου

Είκοσι τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, ο Ανδρέας Παπανδρέου εξακολουθεί να έχει ενεργό συναισθηματική σχέση με ένα μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας. Υπάρχουν αφοσιωμένοι οπαδοί και σκληροί επικριτές του. Η πολιτική του διαδρομή και η κυβερνητική του θητεία δεν έχουν γίνει ακόμη αντικείμενο μιας «ψυχρής» ιστορικής αξιολόγησης. Η πρόσληψη της μνήμης του είναι, σε μεγάλο βαθμό,  συναισθηματική. Αυτό ήθελε ο ίδιος. Δεν επιδίωξε να εξωραΐσει ή να σχολιάσει εκ προοιμίου τα ιστορικά τεκμήρια που τον αφορούν. Ήθελε να αφήσει τον εαυτό του  εκτεθειμένο στη δοκιμασία της συλλογικής μνήμης, χωρίς να τον παραδώσει στις  επιστημονικά αποστειρωμένες μεθόδους της ιστοριογραφίας.



Του Γιάννη Σιδέρη

Μύρισαν εκλογές και ο ΣΥΡΙΖΑ θα ξαναβάλει το Volume της αριστερής φιλολαϊκής ντουντούκας στη διαπασών. Δύο μόνο χθεσινές ειδήσεις αποτυπώνουν ανάγλυφα το τοπίο της ανευθυνότητας και αδαημοσύνης με την οποία πορεύτηκε, και είχε ως αποτέλεσμα το τοπίο ερείπωσης που κληροδοτεί.



Του Δημήτρη Καμπουράκη

Λίγο πριν τα μνημόνια, το 2009 συγκεκριμένα, ένας αγροτοσυνδικαλιστής είχε πει στην τηλεοπτική μου εκπομπή από το μπλόκο των Μαλγάρων: «Να μας δώσει η κυβέρνηση (του Γιώργου) 500 εκατομμύρια, να φύγουμε απ’ τα μπλόκα να πάμε να σπείρουμε». Κι όταν εγώ του αντέτεινα ειρωνικά, «τότε, θέλω κι εγώ 100.000, να σταματήσω να δουλεύω και να πάω να γράφω βιβλία», μου απάντησε με χαρακτηριστική γαλαντομία: «Να πάρεις κι εσύ».



Του Χρήστου Χωμενίδη

Τι κι αν ο κύριος Τσίπρας επιμένει να προβλέπει ότι οι κάλπες θα ανατρέψουν τις εναντίον του προβλέψεις; Ως αρχηγός του κόμματός του θα ήταν αδιανόητο να λέει οτιδήποτε διαφορετικό. Το γεγονός εντούτοις ότι ακόμα και οι δημοσκοπήσεις που δημοσιεύονται σε φιλικές -και φιλικότατες- προς την κυβέρνηση εφημερίδες δίνουν στη Νέα Δημοκρατία την πρωτιά σημαίνει πως ο Σύριζα αρχίζει να προετοιμάζει τον κόσμο του για την ήττα. Στοιχηματίζω ότι στις κεκλεισμένων των θυρών συνεδριάσεις της ηγετικής ομάδας του ένα θέμα κυριαρχεί: Πώς θα πέσουν στα όσο το δυνατόν πιό μαλακά. Και πώς θα δημιουργήσουν από τώρα τις προϋποθέσεις ώστε να επιστρέψουν σε ορατό χρόνο στα πράγματα. Ώστε να αποδειχθεί η πρωθυπουργία του Κυριάκου Μητσοτάκη παρένθεση.


Γράφει ο Γιάννης Βούλγαρης

Την ώρα που τα φώτα της δημοσιότητας έπεφταν πάνω στις εξευτελιστικές για το Κοινοβούλιο καντρίλιες της κυβέρνησης, του Καμένου και των πρώην του, στο ημίφως περνούσαν λάθρα σχεδόν ειδήσεις του είδους: μόλις το 2040 η Ελλάδα θα επιστρέψει στο επίπεδο ανάπτυξης του 2007. Ή ότι το 2050 ο πληθυσμός της Ελλάδας θα έχει μειωθεί από 800 χιλιάδες ώς 2,5 εκατομμύρια. Θυμόμαστε εξάλλου ότι το ΔΝΤ έχει προβλέψει παρατεταμένη στασιμότητα ως το 2060 με ρυθμό ανάπτυξης περί το 1% κατά μέσο όρο, ενώ η αντίστοιχη πρόβλεψη της ΕΕ είναι ελάχιστα πιο αισιόδοξη. Η αυθόρμητη αντίδρασή μας σε τέτοιου είδους προβλέψεις είναι συνήθως «ζήσε Μάη μου», ή ότι προβλέψεις είναι μπορεί και να πέσουν έξω. Ατυχώς όμως συμβαίνουν δύο πράγματα. Η μεν δημογραφική πορεία είναι πολύ δύσκολα αναστρέψιμη, η δε οικονομική πρόβλεψη παράγει ήδη αποτελέσματα στο παρόν είτε αφορούν την προσέλκυση επενδύσεων, είτε το ασφαλιστικό, για να πούμε τα προφανή. Και αφήνουμε στην άκρη τις πάντα πιθανές γεωπολιτικές περιπλοκές στην περιοχή μας.


Γράφει ο Γιώργος Δημακόπουλος

Πριν 40 χρόνια ο κόσμος ήταν χωρισμένος στα δύο, στο ανατολικό μπλοκ εκατομμύρια πολίτες ήταν φυλακισμένοι στον φόβο και την κίβδηλη «ελευθερία» του χρεοκοπημένου καθεστώτος, και στον δυτικό κόσμο για να περάσεις τα σύνορα έπρεπε να κάνεις βίζα και συνάλλαγμα. Στον τρίτο κόσμο η κατάσταση δεν ήταν σημαντικά διαφορετική από την σημερινή. Και στην Ελλάδα, για το μισό του πληθυσμού, το σαββατιάτικο μπάνιο γινόταν σε μια λεκάνη με νερό βρασμένο στην κατσαρόλα. Μετά, ήλθε το μέλλον.



Γράφει ο Γιώργος Στρατόπουλος

Στην οικονομία, κάθε παρέμβαση έχει θετικές και αρνητικές συνέπειες, άλλες ορατές, άλλες αφανείς. Συνήθως, όμως, στον δημόσιο διάλογο αξιολογούμε τις παρεμβάσεις βάσει ιδεολογικών προκαταλήψεων, φωτίζοντας κάποιες συνέπειες και υποτιμώντας άλλες. Γι’ αυτό οι αναλύσεις για την αύξηση του κατώτατου μισθού αντιμετωπίζονται με εύλογη καχυποψία εκατέρωθεν.



Του Βασίλη Κοντογιαννόπουλου


Το 2019 είναι μια κρίσιμη και καθοριστική χρονιά για τις εξελίξεις σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι ευρωεκλογές του Μαΐου και οι εθνικές εκλογές, που κατά την εκτίμησή μου θα προηγηθούν, θα επηρεάσουν καταλυτικά την πορεία Ελλάδας και Ευρώπης. Σε μια εποχή που κυριαρχούν διεθνώς η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα για το μέλλον, μείζονα προβλήματα, όπως η επέλαση του λαϊκισμού και του εθνικισμού, το μεταναστευτικό, η παγκοσμιοποίηση και οι οικονομικές ανισότητες, η 4η βιομηχανική επανάσταση, απαιτούν πειστικές απαντήσεις.