Του ΤΑΣΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Πολλοί όταν μας λένε ότι είμαστε μία μη κανονική χώρα, αντιδρούν και δεν δέχονται αυτό τον χαρακτηρισμό. Όμως πόσο κανονική χώρα είναι αυτή, της οποίας οι δημόσιοι υπάλληλοι στην συντριπτική τους πλειοψηφία, επιστρέφουν ασυμπλήρωτα τα έντυπα της light αξιολόγησης, που με βαριά καρδιά επιχείρησε, λόγω μνημονιακής υποχρέωσης, να κινήσει η παρούσα κυβέρνηση;

Και πόσο ανεύθυνη γι αυτή την αποτυχία είναι η λαλίστατη στο παρελθόν αρμόδια υπουργός Όλγα Γεροβασίλη, που αποτυγχάνει να φέρει εις πέρας αυτή την βασική αποστολή του υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης;

Του Κώστα  Χριστίδη*
Η επιλογή των σημαιοφόρων στα σχολεία όχι βάσει των μαθητικών επιδόσεων αλλά κατόπιν κλήρωσης αποτελεί την πιο πρόσφατη εκδήλωση των ιδεοληπτικών αντιλήψεων περί ‘’ισότητας’’ των πολιτικών και διανοουμένων της ριζοσπαστικής αριστεράς. Σύμφωνα με αυτές οι εξαιρετικές επιδόσεις, η διάκριση, η αριστεία, η επιτυχία γενικότερα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως γενεσιουργοί παράγοντες ανισοτήτων, διαχωρισμού σε ευφυείς και ανόητους, πλούσιους και φτωχούς, διακεκριμένους και μέτριους ή υστερούντες. Θα πρέπει, λοιπόν, σε κάθε τομέα και ιδιαίτερα στην παιδεία, να μην υπάρχουν πρότυπα, βαθμολογίες, αξιολογήσεις και τα συναφή.

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου
Πριν 27 χρόνια, ο Οικονομικός Ταχυδρόμος έφερνε στην δημοσιότητα το αίτημα δύο μεγάλων χωρών της ΕΕ για την δυνατότητα αποπομπής μίας χώρας από τους κόλπους της

Το 1990 είναι μία κομβική χρονιά, όχι μόνον για την Ελλάδα αλλά για τον κόσμο ολόκληρο. Τα κομμουνιστικά καθεστώτα στην Ευρώπη έχουν καταρρεύσει, η Κίνα παλεύει να κρατήσει κομμουνιστικό καθεστώς με σχετικά ελεύθερη οικονομία, η Ευρώπη προβληματίζεται με την πιθανή επανένωση των δύο Γερμανιών, η Αμερική είναι πανίσχυρη αλλά υπερχρεωμένη, τα Βαλκάνια σιγοβράζουν και η Σοβιετική Ένωση έχει ήδη μπει στον δρόμο της κατάρρευσής της.

Του Τάκη Θεοδωρόπουλου
«Σαν μέλη του λαού αυτού, ανήκουμε στην Ευρώπη γεωγραφικά, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά, συμμετέχουμε στη ζωή της, πάσχουμε μαζί της, χανόμαστε μαζί της και σωζόμαστε, αν σωζόμαστε, πάλι μαζί της». Το γράφει ο Γιώργος Θεοτοκάς, στο κείμενό του «Εθνική Συνείδηση», γραμμένο τη δεκαετία του ΄40. Ειρήσθω εν παρόδω: καλό απόσπασμα για θέμα έκθεσης ιδεών στις επόμενες πανελλαδικές. Καλό ακόμη και για διαγωνισμό έκθεσης ιδεών στους τριακόσιους εθνοπατέρες. Θα γελάμε για καιρό. Ο Θεοτοκάς, από την άλλη πλευρά, όχι μόνον παραδέχεται την ύπαρξη της «πολυσύνθετης και πλατύχωρης ιδιαίτερης παράδοσής μας», αλλά την επεξεργάζεται και στο μεγαλύτερο μέρος του έργου του. Αποδέχεται ακόμη και τις πιο κλειστοφοβικές πτυχές της, όπως είναι η Ορθοδοξία, που οι σημερινοί ευρωπαϊστές την απορρίπτουν σε αγαθή σύμπνοια με την Αριστερά. Και δεν θεωρεί σε καμιά στιγμή ότι η «ιδιαιτερότητά» μας συγκρούεται με την Ευρώπη. Το αντίθετο μάλιστα.

Του Πάνου Παπαδόπουλου
Δεκατρία χρόνια μετά την πρεμιέρα του Αθήνα 2004 -ήταν 13 Αυγούστου- δεν είμαστε σε θέση να υπολογίσουμε πόσο μας κόστισαν. Αλλά το αληθινό κόστος των Αγώνων δεν μετριέται σε χρήματα. Ηταν ο μεγαλοϊδεατισμός που μας αφόπλισε ως λαό όταν χρειάστηκε να ριχτούμε στην κανονική μάχη

Ηταν τέτοιες ημέρες πριν από 20 χρόνια. Στο Ολυμπιακό Στάδιο ξεκινούσε το Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στίβου, σαν κι αυτό που είδαμε στο Λονδίνο, μόνο που στην πρεμιέρα το λευκό από τα άδεια καθίσματα τύφλωνε αθλητές και τηλεθεατές. Πρώτος που σχολίασε το απογοητευτικό θέαμα ήταν ο Πρίμο Νεμπιόλο, τότε αφεντικό της IAAF. Δεν θα ξανασυνέβαινε κάτι τέτοιο. Κατασκηνώσεις, πρόσκοποι, δημόσιοι υπάλληλοι και κάθε άλλος πρόθυμος να πάρει ουσιαστικά τσάμπα ένα εισιτήριο και να ανηφορήσει στο Μαρούσι καλοκαιριάτικα, επιστρατεύτηκαν για να γεμίσουν τις εξέδρες του ΟΑΚΑ για να δείχνουμε ότι η διοργάνωση έχει επιτυχία και να το βουλώσει ο Νεμπιόλο που ως Ιταλός προφανώς έπαιζε το παιχνίδι της υποψηφιότητας της Ρώμης για το 2004 – η απόφαση της ΔΟΕ θα έβγαινε τον Σεπτέμβριο του 1997.