Γράφει ο Αλέξης Παπαχελάς

Φίλοι και –κυρίως– αντίπαλοι υπολογίζουν την ισχύ ενός κράτους ανάλογα με το πόσο σοβαρό είναι στο εσωτερικό του. Εμείς αυτήν την ώρα έχουμε όλα τα συστατικά που προβάλλουν τη λάθος εικόνα. Είμαστε βαθύτατα διχασμένοι γιατί έχουμε μία κυβέρνηση που μπροστά στην πολιτική της επιβολή δεν υπολογίζει τίποτα. Χρησιμοποιεί τον διχασμό σαν εργαλείο και φτάνει τα πράγματα στα άκρα, χωρίς όρια και ενδοιασμούς. Εχουμε ξαναπεράσει τέτοιες φάσεις. Και πάντοτε κατέληξαν σε κάτι κακό. Η διαφορά είναι, ίσως, πως οι κυβερνώντες ανήκουν σε μια γενιά που δεν καταλαβαίνει τους κινδύνους που διατρέχει η χώρα και πιστεύει ότι τα πάντα είναι θεμιτά μέσα στο παιχνίδι της εξουσίας.



Δεν υπάρχει αισιόδοξο σενάριο για τα ελληνοτουρκικά. Υπάρχει το λιγότερο και το περισσότερο κακό σενάριο, λέει στο Liberal από τη Κωνσταντινούπολη, όπου και διδάσκει στο πανεπιστήμιο Kadir Has ως επισκέπτης καθηγητής, ο Κώστας Υφαντής από το Πάντειο.

Εξηγεί ότι το λιγότερο κακό σενάριο είναι να αναγκαστούμε να συρθούμε σε μια διαπραγμάτευση, για να συζητήσουμε μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης τα οποία θα νομιμοποιούν τις αιτιάσεις της Τουρκίας. Δηλαδή αμοιβαίες δεσμεύσεις για τη de facto αποστρατιωτικοποίηση της περιοχής στα Ιμια.

Το περισσότερο κακό σενάριο είναι σύμφωνα με τον ίδιο, να μην αρκεστούν οι Τούρκοι στους πόντους που ήδη κερδίζουν, και μετά από μια θερμή αντιπαράθεση, να ζητήσουν κι άλλα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Δηλαδή να μας σύρουν σε μια συνολική διαπραγμάτευση, με το ελληνικό πολιτικό προσωπικό ταλαιπωρημένο, και χωρίς την απαραίτητη νομιμοποίηση.

Εξηγεί επίσης γιατί στο μέτωπο της κυπριακής ΑΟΖ, οι επιλογές Αθήνας και Λευκωσίας είναι περιορισμένες, ενώ χαρακτηρίζει στρατηγικό λάθος την εμπλοκή της Άγκυρας στη Συρία. Απλά διότι εδώ που έχουν φτάσει τα πράγματα, δεν υπάρχει έξοδος από αυτήν: Αν ο στόχος είναι η συντριπτική ήττα των Κούρδων, οι Τούρκοι θα πρέπει να προχωρούν όλο και πιο βαθειά στο συριακό έδαφος, κλιμακώνοντας την αντιπαράθεση με Ουάσινγκτον και Μόσχα.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη



Γράφει ο  Τάκης Θεοδωρόπουλος

Η διάχυση του αισθήματος της ενοχής είναι κομβικό σημείο στη ρητορική του εθνικολαϊκισμού. Οταν ξέσπασε η κρίση, το αίσθημα αγκάλιασε τους δανειστές. Για όλα φταίνε αυτοί. Οι ρήτορες ήξεραν πολύ καλά πως κανείς από τους ακροατές δεν αισθανόταν ένοχος. Κι όμως κάποιος έπρεπε να βρεθεί ανάμεσά μας. Οι ξένοι βόλευαν, όμως οι ξένοι ήσαν ξένοι, και ο εθνικολαϊκισμός απευθύνεται σε ιθαγενείς, άρα οφείλει να δείξει ενόχους τους οποίους μπορούν να δουν από κοντά, να τους χλευάσουν, ενδεχομένως να τους δείρουν κιόλας. Ησαν όσοι εξ ημών λέγαμε πως δεν φταίνε για όλα οι ξένοι, πως έχουμε κι εμείς τις ευθύνες μας, τις οποίες, αν δεν αναλάβουμε, δεν θα τα καταφέρουμε. Ενοχοι λοιπόν, πράκτορες, πεμπτοφαλαγγίτες, μερκελιστές και ό,τι ήθελε προκύψει. Αυτοί καταμετρήθηκαν. Ησαν το 30% που ψήφισε «Ναι» στο δημοψήφισμα.



Γράφει ο Γιάννης Κ. Τρουπής

Το «όχι» του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Πάνο Καμμένο, με αφορμή το αίτημα του υπουργού Άμυνας για άτυπη ενημέρωση του προέδρου της ΝΔ, αναφορικά με την ένταση στο Αιγαίο δεν αποτέλεσε «κεραυνό εν αιθρία» στο «γαλάζιο» στρατόπεδο.

Ο κ. Μητσοτάκης έχει ξεκαθαρίσει εδώ και αρκετό καιρό στους συνεργάτες του ότι η όποια επαφή με τον πρόεδρο των ΑΝΕΛ δεν μπορεί να είναι σε κανένα άλλο επίπεδο πλην του θεσμικού. «Πώς μπορεί να τον εμπιστευτεί με όλα αυτά που έχουν γίνει το τελευταίο διάστημα;» αναρωτιέται συνομιλητής του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο οποίος δεν κρύβει τις σοβαρές ενστάσεις που διατηρεί η Πειραιώς για το κατά πόσο μπορεί ο Πάνος Καμμένος να διαχειριστεί μία πιθανή δύσκολη κατάσταση με την Τουρκία. Αμφιβολίες που ήδη από χθες έχει επισημάνει το liberal.gr.



                      

Σας ευχαριστώ γιατί με την παρουσία σας ενθαρρύνετε τον Κύκλο Ιδεών για την Εθνική Ανασυγκρότηση, αλλά δείχνετε και το μεγάλο ενδιαφέρον σας για την πραγματική πολιτική καθώς ζούμε μια συγκυρία στο πλαίσιο της οποίας η κυβέρνηση υπονομεύει κάθε τί που έχει σχέση με την ουσία της πολιτικής, υπονομεύει την εθνική στρατηγική και προσπαθεί να στρέψει την προσοχή της κοινωνίας σε θέματα τα οποία δεν προοιωνίζονται  τίποτε θετικό για το μέλλον της χώρας και για τη δυνατότητα να διαμορφωθούν οι αναγκαίες συναινέσεις, οι οποίες ακυρώνονται και ευτελίζονται.

 
Η κατάσταση στα Βαλκάνια

Αρχίζοντας από το περίγραμμα, από την κατάσταση στα Βαλκάνια και ιδίως στα Δυτικά Βαλκάνια 27 χρόνια μετά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, μπορούμε να πούμε ότι πιθανότατα βρισκόμαστε λίγο πριν από ένα νέο κύμα αναθεωρητισμού, δηλαδή αμφισβήτησης και πάλι των συνόρων που χαράχτηκαν μετά τη διάλυση της πρώην Γιουγκοσλαβίας.