Γράφει η Ευτυχία Λαμπροπούλου

Μέσα στο άγχος της καθημερινότητας χάνουμε την ουσία της ζωής. Όλοι στεκόμαστε στο σήμερα. Πολλοί λίγοι, ελάχιστοι, νοιάζονται για το αύριο. Λίγο μας ενδιαφέρει τι θα  αφήσουμε  για κληρονομιά στις επόμενες γενιές.

 

Η έρευνα της World Gallup Poll, που έγινε σε 1,7 εκατ. άτομα από 164 χώρες, με διαφορετικό βιοτικό επίπεδο και διαφορετικό κόστος ζωής, έδειξε ότι πάνω από κάποιο ύψος εισοδήματος οι άνθρωποι νιώθουν λιγότερο ικανοποιημένοι από τη ζωή τους.


Γράφει ο  Τάκης Θεοδωρόπουλος

Ο Γιάννης Μπουτάρης είναι ένα από τα ελάχιστα δημόσια πρόσωπα που εμπνέουν συγχρόνως σεβασμό και οικειότητα. Δεν μπορείς παρά να τον παίρνεις στα σοβαρά όταν μιλάει. Παλαιάς αστικής κοπής, καλλιεργημένος, με αντίληψη του κόσμου στον οποίον ζει. Επιτυχημένος επιχειρηματίας, δημιουργός της ετικέτας «Κυρ Γιάννη», της οποίας δηλώνω οπαδός, οικολόγος με έργο, όταν εξελέγη δήμαρχος, μας θύμισε ότι η Ελλάδα, εκτός από τρωγλοδύτες και νεόπλουτους χρυσοφόρους, διαθέτει και κανονικούς ανθρώπους. Και ότι κανονικοί άνθρωποι μπορούν να βγουν στο προσκήνιο, να αρθρώσουν δημόσιο λόγο και να επηρεάσουν την κοινή μας ζωή. Δεν είναι πολλά τα δημόσια πρόσωπα που, όπως έλεγε ο Χατζιδάκις, θέλεις να τα καλέσεις σπίτι σου – το θεωρούσε ασφαλές κριτήριο για να επιλέγει τις γνωριμίες του. Αν μη τι άλλο, έχεις εξασφαλισμένο το καλό κρασί.



Γράφει ο Γιάννης Βούλγαρης

«Α, μαντάμ, παραλίγο να το ξεχάσω! Υποθέτω ότι κι εκείνος ο Σαμαράς κάτι μπορεί να πήρε». Κάπως έτσι θα είπε, έχοντας φτάσει σχεδόν στην πόρτα, ο κουκουλοφόρος μάρτυρας που έδωσε κατάθεση το απόγευμα της Κυριακής, όταν τελείωνε το συλλαλητήριο για το Μακεδονικό στην Αθήνα. Την επομένη, με παρόμοιας σοβαρότητας «μαρτυρίες», η μισή πολιτική ηγεσία των αντιπολιτεύσεων θα γίνει στόχος μιας ωμής πολιτικής σκευωρίας. Ενας νέος διχασμός, την ώρα που η Τουρκία μάς θύμιζε πόσο επείγον είναι να γίνουμε «κανονική χώρα» για να αντιμετωπίσουμε τις δυσκολίες σε μια περιοχή που έχει πάψει να είναι «κανονική». Σκεφτείτε την επόμενη εβδομάδα. Η εικόνα θα είναι σουρεαλιστική: από τη μια η νέα κρίση των Ιμίων και από την άλλη δέκα κάλπες στην ελληνική Βουλή για την παραπομπή της ηγεσίας της αντιπολίτευσης.

 

Πρωτοακούστηκε στο φιλμ Ασυμβίβαστος (1979), έγινε τεράστια επιτυχία με τον Παύλο Σιδηρόπουλο ο οποίος και πρωταγωνιστούσε και ήταν ένα από τα τραγούδια που τον καθιέρωσαν. 

Το «Να Μ’ Αγαπάς», ίσως το ωραιότερο ελληνικό τραγούδι αγάπης, μετά τον Παύλο, τραγουδήθηκε από δεκάδες άλλους τραγουδιστές και συνεχίζει να ταξιδεύει τις όμορφες στιγμές χιλιάδων ερωτευμένων.