ΓΡΑΦΕΙ Ο ΘΑΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΠΟΥΛΟΣ

Η Αγγλία, η χώρα που εφηύρε το κοινοβουλευτικό δημοκρατικό σύστημα και το τίμησε (και το τιμά...) όσο, ίσως, καμιά άλλη, δεν έχει σύνταγμα!

Όχι, τουλάχιστον, με την μορφή και την έννοια του «συντάγματος», όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλες τις κοινοβουλευτικές δημοκρατίες. Οι κανόνες που καθορίζουν την ισορροπία της εξουσίας μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων, είναι ένα σύνολο νόμων,κειμένων και δικαστικών αποφάσεων που ξεκινάνε από την Magna Carta του 1215, μέχρι τον νόμο περί αντιπροσώπευσης του λαού (του 1969!). Κάθε νόμος ή δικαστική απόφαση, “ενσωματώνεται” σ’ αυτό το ιδιότυπο «σύνταγμα». Και λειτουργεί δημοκρατικά και αποτελεσματικά... Αρκεί ν’ αναφερθεί ότι το υπουργικό συμβούλιο... δεν υφίσταται νομικά, είναι καθαρά θέμα σύμβασης και «θεσμών»-που ουδείς διανοείται να αμφισβητήσει- το γραφείο του πρωθυπουργού αναγνωρίσθηκε επίσημα το... 1937, και μέχρι σήμερα δεν υπάρχει νόμος που να καθορίζει ποιος είναι ο πραγματικός ρόλος ενός βουλευτή!



Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος

Πριν 285 χρόνια ο Τζόναθαν Σουΐφτ παρουσίαζε αδρά ένα φαινόμενο που σήμερα προσλαμβάνει κατακλυσμιαίες διαστάσεις

Το βρήκα μάλλον τυχαία, σε ένα συμπαθητικό βιβλιοπωλείο στο Νέο Ψυχικό. Είναι ένα πολύ καλά επιμελημένο βιβλίο 70 σελίδων που φέρει τον τίτλο Η Τέχνη της Πολιτικής Ψευδολογίας (εκδόσεις Άγρα) και την υπογραφή του Jonathan Swift (1667-1765), Αγγλο-Ιρλανδού συγγραφέα, δοκιμιογράφου και σατιρικού σχολιαστή, γνωστού κυρίως από τα Ταξείδια του Γκιούλιβερ. Σε κείμενο που τού αποδίδεται, με έτος συγγραφής το 1733, το οποίο σχολιάζει εισαγωγικά ο καθηγητής Jean-Jacques Courtine, ο Swift πραγματεύεται σε δύο τόμους την πολιτική ψευδολογία –στην οποία σπεύδουμε να υπογραμμίσουμε ότι δεν αποδίδει μόνον αρνητικές συνέπειες. Αυτός είναι και ο λόγος που τον οδηγεί να διατυπώνει συμβουλές για το πώς πρέπει να λέγεται το ψέμμα και ποια χρειάζεται να είναι η σύνθεσή του ώστε …να πείθει!



Γράφει ο Νίκος Μαραντζίδης

Το πολιτικό σύστημα πρέπει να προχωρήσει άμεσα στην απαγόρευση λειτουργίας της ακροδεξιάς οργάνωσης, στοχεύοντας στην αναβάθμιση της ποιότητας της Δημοκρατίας μας
 
Πριν από λίγες μέρες οι κραυγές του εκπροσώπου της Χρυσής Αυγής από το βήμα της Βουλής, για τους «προδότες πολιτικούς», και ο διαπληκτισμός που επακολούθησε, όπως και μερικά ακόμη γεγονότα βίας με συμμετέχοντες χρυσαυγίτες, απ’ ό,τι αναφέρει ο Τύπος, ήρθαν να μας θυμίσουν ξανά το εξτρεμιστικό και αυταρχικό πυρήνα αυτής της οργάνωσης και ταυτόχρονα να επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για την αντιμετώπιση της εξτρεμιστικής άκρας Δεξιάς στην Ελλάδα. Πέρασαν πέντε περίπου χρόνια από τον Αύγουστο του 2013, όταν δημοσιεύτηκε στο Protagon το άρθρο μου, με τον σαφή για τις προθέσεις του, τίτλο «Διαλύστε τη Χρυσή Αυγή». Τότε ακόμη δεν είχαν αρχίσει οι δικαστικές διώξεις των ηγετικών στελεχών της οργάνωσης. Μάλιστα κάποιοι είχαν θεωρήσει το παραπάνω κείμενο ως προοίμιο για το τι ακολούθησε λίγο καιρό αργότερα.

 

Γράφει ο  Ανδρέας Πετρουλάκης
Διάφοροι βουλευτές βγαίνουν στα κανάλια για να πετάξουν τη λαϊκίστικη, ρατσιστική, σεξιστική, αντιευρωπαϊκή, μισαλλόδοξη παρόλα τους και αφού εισπραχθεί από το υπαρκτό ακροατήριό της, μετά δεν έχουν κανένα πρόβλημα στις αναξιοπρεπείς ανασκευές και στα αντιφατικά αλαμπουρνέζικα

Δεν είναι λάθος να υποθέσουμε ότι στη χώρα που η Χρυσή Αυγή έχει ακουμπήσει διψήφιο ποσοστό, που ένα 27% πιστεύει ότι μας ψεκάζουν και η πλειοψηφία θεωρεί ότι η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ωφέλησε τους Ευρωπαίους και όχι εμάς, θα υπάρχει και μια αξιοσέβαστη μερίδα πολιτών που θα συμφωνεί με τον κ. Κατσίκη.

 


Των Δημ. Ν. Τσαϊλά και Αλέξανδρου Δρίβα*

Το συμπέρασμα του Παναγιώτη Κονδύλη σχετικά με έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο, το οποίο έχει επανέλθει τον τελευταίο καιρό σε διαβούλευση όλο και συχνότερα, είναι ότι η Ελλάδα (εφόσον μάλιστα ο επιτιθέμενος με την ιστορική και την πολιτική έννοια δεν μπορεί να είναι άλλος από την ολοένα και πιο δυνατή Τουρκία) θα έπρεπε να καταφέρει το πρώτο (μαζικό) πλήγμα, αιφνιδιάζοντας τον εχθρό.

Η απόφαση να επιτεθούμε στο εχθρικό έδαφος είναι μια από τις πιο δύσκολες αποφάσεις που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας Έλληνας ηγέτης, καθώς υπάρχουν κρίσιμα επιχειρήματα κατά της απόφασης για μια πρώτη αιφνιδιαστική επίθεση στην εχθρική χώρα. Ας τα εξετάσουμε ένα προς ένα: