Απόστολος Δοξιάδης: Προϊόν διεστραμμένων εγκεφάλων τα ψέματα για τα ανήλικα  προσφυγόπουλα

Του Απόστολου Δοξιάδη

Το ερώτημα «έχει μέλλον η σοσιαλδημοκρατία;» θεωρείται επίκαιρο καθώς ερίζουν περί αυτού δύο ομάδες πολιτικών μας: οι διεκδικητές της προεδρίας του ΚΙΝΑΛ και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που διεκδικούν για το κόμμα τους τον τίτλο του γνήσιου εκπροσώπου της.

Θα είμαι ωμός στη διατύπωσή μου: πιστεύω ότι και οι μεν και οι δε μας δουλεύουν. Ο λόγος δεν είναι κάποια δική τους ηθική έλλειψη αλλά πηγάζει από το γεγονός ότι όλοι είναι εθισμένοι χρήστες της ελληνικής πολιτικής, και ως τέτοιοι μαθημένοι να διακινούν τους μύθους που δείχνουν ότι χάφτουν οι πολίτες. Γιατί η αλήθεια είναι ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε ιδεολογικά κόμματα, εφ’ όσον αυτά διεκδικούν την εξουσία, είτε πλειοψηφικά είτε μέσω συνεργασίας με πλειοψηφικά. Το προνόμιο της ιδεολογικής συνέπειας είναι η πολυτέλεια κομμάτων με χαμηλά μονοψήφια ποσοστά, που μπορούν να παριστάνουν ό,τι θέλουν χωρίς κανέναν κίνδυνο να διαψευστούν από την πραγματικότητα.

 

 

Οι ιδεολογίες των κομμάτων εξουσίας υπάρχουν μόνο στις προεκλογικές διακηρύξεις. Και εκεί επιζούν γιατί οι ιδεολογικές πεποιθήσεις των περισσότερων συμπολιτών μας, πλην αρτηριοσκληρωτικών, εκκεντρικών και παραφρόνων, είναι ταυτοτικές όχι ουσιαστικές. Όσοι δηλώνουν «είμαι δεξιός», «είμαι αριστερός», «δεν θα ψηφίσω ποτέ μου Δεξιά», και άλλα παρόμοια, δεν μας λένε παρά ποια ταμπέλα τούς αρέσει πολιτικά ή, ακριβέστερα, πώς αισθάνονται. Αλλά δεν λένε απολύτως τίποτε για το ποια ιδεολογία θα στήριζαν στην πράξη – κυρίως αν έθιγε το προσωπικό τους συμφέρον. Εξ ου και, βάσει της ταυτοτικής αντίληψης της ιδεολογίας αρκετών, όταν ένα κόμμα αποκτά εξουσία παριστάνει ότι είναι ιδεολογικά συνεπές μόνο σε επιλεγμένα συμβολικά και πολιτικά ανώδυνα θέματα.

 

Από εκεί και πέρα, τα κόμματα λειτουργούν διαβάζοντας δημοσκοπήσεις και λογαριάζοντας τι θα τους δώσει πιο πολλές ψήφους. Και μιας και ο λόγος περί σοσιαλδημοκρατίας, όσοι την επικαλούνται στον ΣΥΡΙΖΑ είναι για να κερδίσουν ψηφοφόρους από το ΚΙΝΑΛ, ενώ για τους υποψηφίους αρχηγούς του τελευταίου είναι σκέτη σάλτσα στο ρητορικό πιάτο της διεκδίκησης. Άλλωστε, τα ερωτήματα που συζητιούνται για τους υποψήφιους από τους εντός των πολιτικών τειχών δεν έχουν καμία σχέση με ιδεολογία. Είναι: ποιος υποψήφιος μπορεί να πάει μετεκλογικά με τη Νέα Δημοκρατία και ποιος με τον ΣΥΡΙΖΑ, και πόσους νέους και πόσους γέρους θα φέρει ή θα διώξει ο καθένας. Το σοσιαλδημοκρατικόμετρο δεν χρησιμοποιείται.

 

Είναι ο χρυσούς κανόνας της ελληνικής πολιτικής: τα κόμματα διακηρύσσουν προεκλογικά ό,τι πιστεύουν πως θα πιάσει περισσότερα ψάρια στη δυνητική δεξαμενή των ψηφοφόρων τους, και όταν γίνουν εξουσία κάνουν ό,τι τους βολεύει και, όσο περισσότερο πλησιάζουν εκλογές, ό,τι νομίζουν πως θα τους επανεκλέξει. (Οι πολιτικές πράξεις που γίνονται για το κοινό καλό είναι οι εξαιρέσεις, όχι ο κανόνας.) Αλλά επειδή, ως λαός, μας αρέσει μεν να χαϊδευόμαστε με ιδεολογικές ταμπέλες, αλλά είμαστε και εαυτούληδες και πονηρεμένοι για το τι τρέχει στην πραγματικότητα –σε τίποτε από αυτά βέβαια δεν απέχουμε πολύ από τον ανθρώπινο μέσο όρο–, οι περισσότεροι πολίτες κάνουμε τις πολιτικές μας επιλογές μας κυρίως με βάση το συμφέρον.

 

Στον υπολογισμό του συμφέροντος δεν μπαίνουν ιδεολογίες. Οι πολίτες διαλέγουν τους πολιτικούς κυρίως με βάση το ποιοι είναι, και τα κόμματα, εκτός οικογενειακών παραδόσεων, με το ποιος είναι ο αρχηγός. Το κριτήριο αυτό είναι πολύ καλύτερο, γιατί τα πρόσωπα έχουν ιστορία, οπότε τα κρίνουμε με μεγαλύτερη ακρίβεια από ό,τι μια κενή προεκλογική διακήρυξη. Αυτός άλλωστε είναι ο λόγος που εξελέγη στις τελευταίες εκλογές όχι ακριβώς η Νέα Δημοκρατία όσο το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη, και έχασε όχι ακριβώς ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα. Το δεύτερο καταψηφίστηκε γιατί τα κύρια χαρακτηριστικά της διακυβέρνησής του ήταν η ανικανότητα και η υποκρισία. Ο Μητσοτάκης αντίθετα προτιμήθηκε γιατί πολλοί πίστεψαν στην ικανότητά του, αρετή που επιβεβαίωσε στο διάστημα της μέχρι τώρα διακυβέρνησης με την επαρκή (δεδομένου του κρατικού μηχανισμού που διαθέτουμε) σε μερικές, καλή σε άλλες ή και, σε λιγότερες, άριστη διαχείριση των πολλών αναπάντεχων κρίσεων που του έτυχαν. Κι ακόμα, κάθε δημοσκόπηση επιβεβαιώνει ότι η μεγάλη πλειοψηφία πιστεύει ότι ο Μητσοτάκης χειρίστηκε τις κρίσεις καλύτερα από ό,τι θα τις χειριζόταν ο Τσίπρας. Αλλά και ως προς την πραγματοποίηση των προεκλογικών διακηρύξεων, ο Μητσοτάκης τα πήγε καλύτερα από τον Τσίπρα – αντίθετα από αυτόν, ο Μητσοτάκης τουλάχιστον τήρησε κάποιες από όσες είχε δώσει.

 

Ούτε στα θέματα που έχουν σημασία στη διακυβέρνηση παίζει ρόλο η ιδεολογία. Τι είναι το σπουδαίο έργο που γίνεται από την παρούσα κυβέρνηση στην ψηφιακή μεταρρύθμιση, αριστερό, δεξιό ή κεντρώο; Τι είναι η αυξημένη αποτελεσματικότητα της αστυνομίας στη διατήρηση της ασφάλειας των πολιτών, τα τελευταία χρόνια; Τι είναι η καλή –και για βαλκανικά μέτρα άριστη– διαχείριση της πανδημίας και των προγραμμάτων εμβολιασμού; Καμία τους δεν έχει ιδεολογικό πρόσημο, αλλά όλες ανταποκρίνονται στις ανάγκες του μέσου πολίτη. Είναι απλώς σωστές. Και από την άλλη –δίνω μόνο ένα παράδειγμα από τα δεινά που πλήττουν τη χώρα– τι ήταν η καταστροφή στη δημόσια εκπαίδευση που κλιμακώθηκε από τη δεκαετία του 1980 και ακόμα καλά κρατεί, με την άκρατη κομματικοποίηση και συντεχνιοκρατία σε όλες τις βαθμίδες – αριστερή, δεξιά ή κεντρώα; Τίποτε από αυτά, ήταν απλώς κακή για τον τόπο. Άρα τι ήταν η προεκλογική διακήρυξη του Μητσοτάκη ότι τα προβλήματα αυτά θα λυθούν από την κυβέρνησή του, αριστερή, δεξιά ή κεντρώα; Απλώς, καλή για τον τόπο. Και τι ήταν η αδυναμία του μέχρι τώρα να ανταποκριθεί στην πράξη στη διακήρυξη αυτή; Απλώς, κακή για τον τόπο.

 

Στην Ελλάδα τα μεγάλα προβλήματα είναι και παραμένουν η γραφειοκρατία, η αναποτελεσματικότητα του Δημοσίου, η κομματικοποίηση του κράτους, η απουσία ελέγχου και αξιοπιστίας του, η επιρροή των μεγάλων οικονομικών και των συντεχνιακών συμφερόντων σε κάθε κυβέρνηση, η έλλειψη λογοδοσίας των πολιτικών, η υπερβολική βραδύτητα της δικαιοσύνης, που ενίοτε την καταργεί, η ελλιπής εφαρμογή του κράτους δικαίου, τα τεράστια προβλήματα στη δημόσια υγεία και στη δημόσια παιδεία, η διαπλοκή, η διαφθορά, και ολοένα και περισσότερο το μεγαλύτερο πρόβλημα που απειλεί και θα απειλεί ολοένα και περισσότερο τις επόμενες γενιές σε όλο τον κόσμο, δηλαδή η επερχόμενη κλιματική καταστροφή. Και βέβαια οι κακές συνήθειες και η αδράνεια των πολιτικών που συμβάλλουν στην αδυναμία αλλαγής των κακώς κειμένων, όπως και ο φόβος τους να πάρουν γενναίες αποφάσεις, όσοι έχουν την ικανότητα, χάριν πολιτικού κόστους.

 

Αν θέλουμε να έχουμε ελπίδα στο μέλλον, χρειαζόμαστε πολιτικούς τίμιους, έξυπνους, ικανούς και θαρραλέους. Ο κόσμος καίγεται και η χώρα μας μαζί του. Με το μέλλον της σοσιαλδημοκρατίας θα ασχολούμαστε τώρα;

 

* Ο Απόστολος Δοξιάδης είναι συγγραφέας.

 

«Πηγή: https://www.athensvoice.gr/politics/736026-mellon-tis-sosialdimokratias-os-pseydoprovlima?fbclid=IwAR2brzSnhavVEsGjfMfZcKfoZDsgCSMI5kmYz3bjE3JRIyAkaoFwY5XQ55Q»

 

Το Βήμα της Αιγιάλειας
Author: Το Βήμα της Αιγιάλειας
Ανεξάρτητη eφημεριδα άποψης.

BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS