Χρήστος Χωμενίδης: «Φοβήθηκα ότι θα γίνει Εμφύλιος» - ΤΑ ΝΕΑ

Του Χωμενίδη Χρήστου

 
Σαν τον ερωτευμένο στο πρώτο ραντεβού φτάνω στο εμβολιαστικό κέντρο μία ώρα πιο νωρίς. Λουσμένος, ξυρισμένος, με αστραφτερό πουκάμισο.

Όχι, δεν θα τραβήξω σέλφι με τη βελόνα στο μπράτσο γιά να την ανεβάσω στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης γράφοντας από κάτω «Ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα μεγάλο για την ανθρωπότητα» όπως ο Νιλ Άρμστρονγκ όταν πάτησε στο φεγγάρι. Νοιώθω ωστόσο τη στιγμή γιορτινή. Ενθουσιάζομαι στη σκέψη ότι δύο εβδομάδες μετά την επαναληπτική δόση θα είμαι επιτέλους ασφαλής – θα έχω γίνει μια πετρούλα στο τείχος ανοσίας. Κατά τον Οκτώβριο, εκτιμούν οι ειδικοί, πιθανόν να πετάξουμε τις μάσκες, ίσως να επιστρέψουν οι αγκαλιές και τα φιλιά. Μπορεί τις Απόκριες να κάνουν θραύση οι στολές «κόβιντ», να χλευάζουμε τον εχθρό που κατατροπώσαμε.



Στο προαύλιο τού νοσοκομείου ένας τύπος πηγαινόρχεται σαν σβούρα. Δεν τον χωράει ο τόπος. «Πότε σε περιμένουν εσένα;» με ρωτάει. «Στις 12:46». «Εμένα 12:30. Σού δίνω τη σειρά μου, να ξεμπερδέψεις ένα τέταρτο αρχύτερα…» «Καλοσύνη σου, δεν βιάζομαι.» «Δεν κατάλαβες, φιλαράκι. Εγώ θα φύγω! Δεν θα τρυπηθώ!» «Γιατί;» «Γούστο μου, καπέλο μου! Τους κατουράω όλους, γιατρούς, πολιτικούς, δημοσιογράφους…» «Και τι ήρθες ως εδώ;» «Λογαριασμό θα σού δώσω; Χαφιές τους είσαι;» με κοιτάει καχύποπτα.

Συνομήλικος μου πάνω-κάτω, μοιάζει όμως νεότερος, έτσι πετσί και κόκκαλο, με κολλητό μακό, πολυκαιρισμένο τζην-σωλήνα και αλογοουρά. «Έκανα εξάλλου και τη βόλτα μου, ρούφηξα ήλιο… Ο ήλιος γιατρεύει, όχι τα ζουμιά τους!» γελάει βραχνά. «Φοβάσαι;» τον προκαλώ, μπας και τον φέρω στο φιλότιμο. «Το τσίμπημα; Ή τα παραμύθια που λένε στις γριές, πως το εμβόλιο θα αλλάξει το dna τους, θα τις κάνει εξωγήινες; Για ηλίθιο με περνάς;» «Ε τότε;» «Δεν ψήνομαι – πώς να στο πω; Μού τη σπάνε οι “κοινοί αγώνες”. Τα “ευγενή ιδανικά”. Προοδεύεστε, προκόψτε, χωρίς εμένα…»

Αν είχα απέναντί μου έναν τυπικό αντιεμβολιαστή, έναν συνομωσιολόγο, θα επιχειρούσα να τον τουμπάρω αραδιάζοντας του ό,τι έχω διαβάσει τόσους μήνες.  Εμπεριστατωμένα άρθρα, λογικά επιχειρήματα. Μα εδώ πρόκειται για διαφορετική περίπτωση.

«Κινδυνεύεις να νοσήσεις βαριά…» «Να με διασωληνώσουν, να με χώσουν στην εντατική; Τόσο το καλύτερο. Αφού δεν με στήριξαν υγιή, ας με πληρώσουν άρρωστο. Ας αναλάβει το κράτος την κηδεία μου – έτσι δεν συμβαίνει στους άπορους;» «Κι όσους κολλήσεις δεν τούς λυπάσαι;» «Με ποιούς νομίζεις, φιλαράκι, ότι νταραβερίζομαι; Με κάτι φουκαράδες σαν εμένα. Χάρη θα τους κάνω να τους περάσω απέναντι…»

Δεν είναι αμόρφωτος, κάθε άλλο. Δεν βγάζει κακεντρέχεια, μίσος προς τους γύρω του. Δεν παριστάνει τον επαναστάτη της φακής. Τον περιθωριακό από άποψη. Έχει χάσει απλώς την ελπίδα του.

Πόσο δύσκολο -και πόσο εύκολο συνάμα- να σού συμβεί κάτι τέτοιο… Μένεις άνεργος και δεν σε προσλαμβάνει ξανά κανείς, θες εξαιτίας ελλιπών προσόντων, θες προκεχωρημένης ηλικίας. Τη βγάζεις λίγους μήνες με τη βοήθεια συγγενών και φίλων και μένεις έπειτα στον άσσο. Ίσως και στον δρόμο. Χωρίζεις. Ή δεν έχεις παντρευτεί ποτέ. Σπάει ο μπούσουλας, γκρεμίζεται ο άξονάς σου.

Μια από τις σπαρακτικότερες εικόνες που είχα αντικρύσει το 1996 στο Μανχάταν: ένας κουστουμαρισμένος κύριος να ανοίγει μια βαλίτσα, να βγάζει μια κουβέρτα και να τη στρώνει εμπρός σε μια βιτρίνα. Ήταν προφανώς η πρώτη του νύχτα στο ύπαιθρο. «Σε δυό βδομάδες δεν θα ξεχωρίζει από τους άλλους αστέγους…» μού’χε πει ο κολλητός μου.

«Φεύγω φιλαράκι. Συγγνώμη άμα σού χάλασα τη χαρά τού εμβολίου.» Στερεώνει τη μάσκα του - είπαμε, δεν τον νοιάζει να προκαλεί. Λαχταράω να τον αρπάξω και να τον χώσω με το ζόρι μέσα. Όχι τόσο για να τον ανοσοποιήσω όσο για να τού δείξω ότι κάποιος -άγνωστος, τυχαίος- ενδιαφέρεται για πάρτη του. «Μπορεί να έχει ωραίες νοσοκόμες!» πάω να τον δελεάσω χαζά. «Και να’χει, εμένα θα κοιτάξουν;» Ανηφορίζει ήδη την Αλεξάνδρας. Προς τις προσφυγικές πολυκατοικίες.  

«Περιπλανώμενη ζωή, περιπλανώμενο κορμί…» τραγουδούσε η Μπέλλου.-

Από τα  «Νέα»

Το Βήμα της Αιγιάλειας
Author: Το Βήμα της Αιγιάλειας
Ανεξάρτητη eφημεριδα άποψης.

BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS