Στο νέο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον οι οικονομίες θα αναπτύσσονται μέσω της βελτίωσης της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητάς τους.
του Αθ. Χ. Παπανδρόπουλου
Κάποιοι ειδικοί της οικονομικής θεωρίας και ανάλυσης, μάλλον νεοκρατιστές, υποστηρίζουν ότι το πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας είναι η τόνωση της «ενεργούς ζήτησης» σε συνδυασμό με ενίσχυση. των εισοδημάτων. Παράλληλα κάποιοι νομπελίστες οικονομολόγοι μας λένε ότι η υποτονικότητα της εγχώριας οικονομίας είναι το προϊόν της λανθασμένης «απάντησης» που δόθηκε στην κρίση του 2010, και συνίσταται στο ότι η «ενεργός ζήτηση» είναι αναιμική και δεν επιτρέπει σε όλους τους παραγωγικούς πόρους της χώρας να ενεργοποιηθούν και να απασχοληθούν.Βεβαια οι ίδιοι αναλυτές αποφεύγουν να μας εκθέσουν τα ουσιαστικά αιτία της υποτονικότητας.
Κατά συνέπεια, υποστηρίζουν οι πιο πάνω ειδικοί, τα περί αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου της χώρας είναι ανοησίες και τα περί τόνωσης της εξωστρέφειας ιδεοληψίες.
Δυστυχώς, οι απόψεις αυτές, που φαίνονται πειστικες για τους αφελείς, μόνον σε νέα αδιέξοδα θα μπορούσαν να οδηγήσουν. Κατά τον πρώην πρύτανη του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών κ.Κων/νο Γάτσιο και τον οικονομολόγο κ.Δημ. Ιωάννου, η όλη κατάσταση είναι πολύ πιο σύνθετη. Επισημαίνουν έτσι στο τελευταίο βιβλίο τους (Εκδόσεις Κριτική) ότι τα επίσημα στοιχεία κάθε άλλο παρά συνηγορούν περί της προόδου της οικονομίας, υπό το σημερινό παραγωγικό της μοντέλο.
Και από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σε σταθερές τιμές του 2005 το ΑΕΠ (ήτοι η ενεργός ζήτηση) ήταν περί τα 160 δισ. ευρώ το 2018, στα ίδια περίπου επίπεδα βρισκόταν και το 2002.
Αντιθέτως, η ανεργία, μεταξύ των δύο ετών ήταν σχεδόν 100% υψηλότερη. Δηλαδή με την ίδια περιπου «ενεργό ζήτηση» (άρα ίδια ροπή προς κατανάλωση), η ανεργία αυξήθηκε κατά τρόπο εντυπωσιακό, φαινόμενο που έχει διαρθρωτικό χαρακτήρα.Διοτι φέρνει στο προσκήνιο το ευκαιριακό και καιροσκοπικο μεταπολεμικό οικονομικό και κοινωνικό μοντέλο της χώρας η οποία βολεύτηκε με αυτό και δεν έκανε σχεδόν τίποτε για να το αλλάξει.Παρα την ένταξη της στην σημερινή ΕυρωπΙκη Ένωση και την ευρωζωνη.
Στο πλαίσιο αυτό ετσι, από παραγωγικής πλευράς, οι μονοπωλιακοί και ολιγοπωλιακοί τομείς της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή το Δημόσιο και οι τροφοδοτούμενοι από αυτό ποικίλοι κλάδοι, καλύπτουν σήμερα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό του ΑΕΠ απ' ό,τι το 2002. Ακόμα χειροτερα, στη διάρκεια της φούσκας 2002-2009 διογκώθηκαν με τον ίδιο ή και ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τους υπόλοιπους κλάδους. Ετσι,οταν επήλθε η κρίση υποχώρησαν μεν, αλλά όχι με την ίδια ταχύτητα και στην ίδια έκταση: κατάφεραν να κρατήσουν ένα μεγάλο ποσοστό από τα «κέρδη» της περιόδου της ευφορίας. Το πώς το κατάφεραν αυτό δεν είναι δύσκολο να το κατανοήσει κάποιος: αφενός λόγω του μονοπωλιακού - ολιγοπωλιακού τους χαρακτήρα αφετέρου λόγω της υψηλής πολιτικής επιρροής που διαθέτουν.
Με τέτοιες δομές λοιπόν, μια άκριτη πολιτική «ενεργού ζήτησης», χωρίς βαθειές μεταρρυθμίσεις, θα ήταν ολέθρια και δραματική. Με βέβαιη κατάληξη, μια ακόμα μεγαλύτερη, ολοκληρωτικά καταστροφική, τη φορά αυτή, κρίση. Παρά την επικρατούσα ιδεοληψία, οι οικονομίες δεν αναπτύσσονται με την ακατάσχετη δημιουργία ελλειμμάτων και χρέους, αλλά μέσω της βελτίωσης της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητάς τους, κάτι για το οποίο, ειδικά σε μια «μικρή ανοικτή οικονομία» , οι πολιτικές «τόνωσης της ζήτησης» είναι, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, ανεύθυνες και καταστροφικές. Η μόνη ελπίδα σωτηρίας της χώρας βρίσκεται σε εκείνες τις μεταρρυθμίσεις κοινωνικής δικαιοσύνης και οικονομικής αποτελεσματικότητας, τις οποίες ναι μεν επαγγέλεται σήμερα η παρούσα κυβέρνηση, απομένει να δούμε όμως πότε και πως θα τις εφαρμόσει.
«…Συνήθως η ελληνική κρίση περιγράφεται ως κρίση χρέους από τη μια πλευρά και ανταγωνιστικότητας από την άλλη, σαν να επρόκειτο για δύο παράλληλα αλλά ασυσχέτιστα μεταξύ τους φαινόμενα. Στην πραγματικότητα όμως τα συνδέει μια άμεση αιτιακή σχέση. Ο άκρατος δανεισμός και η συνεπαγόμενη ανεξέλεγκτη “τόνωση της ενεργού ζήτησης” για δέκα τουλάχιστον χρόνια, δημιούργησαν έναν σοβαρό διαφορικό πληθωρισμό που κατέστησε μεγάλους τομείς της ελληνικής οικονομίας μη ανταγωνιστικούς θέτοντάς τους εκτός αγοράς, με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων, να μην υπάρχουν φορολογικά έσοδα για να εξυπηρετηθούν τα δάνεια. Δηλαδή, η χιμαιρική και ψηφοθηρική επιδίωξη της μεγέθυνσης του ΑΕΠ μέσα από την ανεξέλεγκτη “τόνωση της ενεργού ζήτησης” κατέστρεψε την οικονομία με δύο τρόπους: πλήττοντας τόσο τη δημοσιονομική ευστάθεια, όσο και την ανταγωνιστικότητα….», γράφει ο κ.Δημ. Ιωάννου και ξέρει πολύ καλά τι λέει.
BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS


Η εφημερίδα Το Βήμα της Αιγιάλειας κυκλοφόρησε το 1975 λίγους μήνες μετά την Μεταπολίτευση από τον δημοσιογράφο Φάνη Ζουρόπουλο και για 40 χρόνια ταυτίστηκε με την κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική και αθλητική ζωή της Αιγιάλειας.