Του Αθανάσιου Χ. Παπανδρόπουλου

    Είναι γνωστό και χιλιοειπωμένο ότι ο Κάρολος Μαρξ καθώς και αρκετοί στοχαστές μετά από αυτόν απέδιδαν μεγάλη σημασία στο πνευματικό εποικοδόμημα μίας κοινωνίας και την σημασία του στην δημιουργία παραγωγικών και όχι μόνον συνθηκών.

Αναφερόμενος στις Διανοητικές Ρίζες της Αγγλικής Επανάστασης, το 1965, ο Άγγλος ιστορικός Κρίστοφερ Χιλλ τονίζει ότι τόσον ο ιστορικός όσο και ένας σοβαρός αναλυτής οφείλει να αποδίδει στις ιδέες, ή ευρύτερα στις ιδεολογίες, την ίδια σημασία που αποδίδει στις ιστορικές συνθήκες. Κατά την άποψή του, οι ιδέες λειτουργούν ως κίνητρα δράσης των ανθρώπων, ενώ οι παραγωγοί, οι προπαγανδιστές και οι εκλαϊκευτές των ιδεών αυτών, δηλαδή διανοούμενοι και δημοσιογράφοι, όχι λίγες φορές δρουν ως καταλύτες της ιστορικής μεταβολής και πολλές φορές ως οργανωτές της εκάστοτε ιδεολογικής ηγεμονίας.

Θα προσθέταμε ότι, σήμερα, αυτό είναι ένα από τα κρίσιμα φαινόμενα, καθ’ όσον οι ιδέες, οι πληροφορίες και οι γνώσεις κυκλοφορούν και ανιχνεύονται με απίθανη ευκολία. Με τεράστια δε ταχύτητα, γίνονται προσβάσιμες στον καθένα.

Στο πλαίσιο αυτής της διαπίστωσης, η οποία όλο και συχνότερα επαληθεύεται στην εποχή μας, στην Ελλάδα τού 2018 –με κάποιες εξαιρέσεις, που επιβεβαιώνουν τον κανόνα– δεν έχει γίνει σε βάθος, πρωτογενής και συστηματική έρευνα για τα φαινόμενα που χαρακτηρίζουν το πεδίο της ιδεολογίας, των συλλογικών στάσεων, αλλά και των επιστημονικών ιδεών. Δεν έχει ακόμη μελετηθεί το φαινόμενο της μεταφοράς συγκεκριμένων ρευμάτων σκέψης και ιδεολογιών από την Δύση στον ελληνικό χώρο, ούτε και ο βαθμός της διήθησής τους στην ελληνική διανόηση με βάση τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας. Δεν έχει μελετηθεί ούτε η διαδικασία συγκρότησης των «γηγενών» φιλοσοφικών και γενικότερα ιδεολογικών μορφωμάτων που, σε ιστορική αντιστοιχία με τα δυτικοευρωπαϊκά πρότυπα ή σε υπαλληλία προς αυτά, διαμόρφωσαν τον ορίζοντα της ελληνικής σκέψης.

Μάλιστα, με σπάνιες ίσως εξαιρέσεις, δεν έχουν ακόμη διερευνηθεί στο επίπεδο των ιδεών ούτε οι κρίσιμες τελευταίες δεκατίες τού 19ου αιώνα, όταν η ελληνική διανόηση αμφιταλαντεύεται μεταξύ των αρχών και των αξιών του οικονομικού και πολιτικού εκσυγχρονισμού και της αναδίπλωσης στον εθνικό πυρήνα, δηλαδή της αναδιάταξης της ιδεολογίας του παραδοσιακού εθνοκεντρισμού με άξονα το όραμα του αλυτρωτισμού. Αμφιταλάντευση που την ωθεί να εγγράψει στο γηγενές αυτό αξιολογικό δίπολο την σύγκρουση που χαρακτηρίζει την δυτικοευρωπαϊκή διανόηση την ίδια περίοδο, όταν στο μεν πεδίο της σκέψης κλονίζεται η ηγεμονία του επιστημονισμού, ενώ παράλληλα, στο πεδίο της πολιτικής ιδεολογίας το κυρίαρχο ως τότε «παράδειγμα» του φιλελευθερισμού υποχωρεί μπροστά στην δυναμική του πολιτικού ρομαντισμού και ανορθολογισμού. Όσο για τα αποτελέσματα και τις ολέθριες επιπτώσεις υτής της υποχώρησης, είναι σε όλους γνωστά.

Στην βάση των παραπάνω διαπιστώσεων, δύο ερωτήματα εγείρονται στο πλαίσιο αυτής της εργασίας. Πρώτον, γιατί η επανάσταση κατά του οθωμανικού ζυγού ξεκίνησε από την Πελοπόννησο και ειδικά από την Αχαΐα και την Μάνη και για ποιους λόγους οι ρίζες της ελληνικής βιομηχανίας βρίσκονται και αυτές στην ίδια περιοχή και στην πρωτεύουσά της, την Πάτρα.Μια Πάτρα η οποία κατά τόν εκλεκτό συνάδελφο και Αχαιό Νίκο Μπακουνάκη,θά μπορούσε νά είναι η πρωτεύουσα τής Ελλάδος τόν 19ο αιώνα.Πληρούσε πολλές άν όχι όλες τίς απαραίτητες προύποθεσεις.

Το γεγονός αυτό, κατά την γνώμη μας, μόνον τυχαίο δεν ήταν. Από το τέλος τού 18ου αιώνα και τις αρχές τού 19ου, το ότι μία θάλασσα χώριζε την Δυτική Ελλάδα από την Ιταλία και άρα από την αρχή της Δυτικής Ευρώπης, διευκόλυνε την διάδοση της δυτικής επιρροής σε μία περιοχή η οποία ήταν ήδη εμπορικό κέντρο, αλλά και ανοικτή πόρτα στις δυτικές ιδέες.

Το δεύτερο ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσον στην Ελλάδα των αρχών τού 19ου αιώνα μπορούσε να υπάρξει στοιχειώδης βιομηχανική παραγωγή, με δεδομένη την παντελή έλλειψη βιομηχανικής κουλτούρας στην χώρα, καθώς και ανθρώπινου δυναμικού ικανού να απασχοληθεί στην μεταποίηση. Παράλληλα, όμως, στην υπό οθωμανικό ζυγό Ελλάδα τού 19ου αιώνα, ανύπαρκτες ήσαν και οι υποδομές πάνω στις οποίες θα μπορούσαν να τεθούν τα θεμέλια μίας βιομηχανικής παραγωγής. Επίσης, στην τότε Ελλάδα δεν υπήρχαν ούτε πόλεις ικανές να αποτελέσουν εφαλτήριο βιομηχανικής ανάπτυξης, όπως είχε παρατηρηθεί στην Δύση.

Υπό αυτή την έννοια η Πάτρα, πρώτη πόλη με πάνω από 20.000 κατοίκους στην Πελοπόννησο και ειδικά στήν Αχαΐα, ήταν θύλακας οικονομικής δραστηριότητας πού στηριζόταν στήν γεωργία καί στό εμπόριο.Διέθετε συνεπώς ή πόλη όλα τά προσόντα γιά νά εξελειχθεί σέ υψηλής οικονομικής αποδόσεως περιοχή,μέ λιμάνι καί πρόσβαση στήν Ιταλία.Μέ άλλα λόγια, ή Πάτρα τού 19ου αιώνα έμοιαζε αρκετά μέ τίς πόλεις –λιμάνια πού στή Δυτική Ευρώπη είχαν μεγαλουργήσει 200 χρόνια πρίν.

Στήν απαλλαγμένη από τον οθωμανικό ζυγό Ελλάδα, η ιστορία της Πάτρας καί τού Νομού Αχαΐας αρχίζει το 1828. Ήταν η χρονιά  πού, ύστερα από πολλές περιπέτειες, στις 7 Οκτωβρίου η πόλη απελευθερώθηκε από το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα στην Πελοπόννησο με διοικητή τον στρατηγό Μαιζών. Μετά την απελευθέρωσή της, ο τότε κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας υιοθέτησε –γεγονός που οι περισσότεροι Πατρινοί αγνοούν σήμερα– ένα πολύ φιλόδοξο πολεοδομικό σχέδιο για την πόλη, που ήταν σωρός ερειπίων, τό οποίο μέ συντάκτη τόν μηχανικό τού γαλλικού στρατού Σταμάτη Βούλγαρη δέν υλοποιήθηκε παρά μόνον μερικώς μετά από πολλά χρόνια.
Ο κύριος λόγος γιά τήν μή υλοποίηση του σχεδίου ήταν τα συμφέροντα μεγαλοκτηματιών, οί οποίοι σέ μεγάλο βαθμό αποτελούσαν καί τήν αστική τάξη της περιοχής. Τελικά δε, ύστερα από σημαντικές προσαρμογές, το σχέδιο αυτό υλοποιήθηκε από τά μέσα τού 19ου αιώνα καί μετά, σέ μία φάση όπου η Πάτρα ήταν τό δεύτερο μεγαλύτερο αστικό κέντρο τής Ελλάδας, μετά την Αθήνα.

Με κύριο οικονομικό ατού το εξαγωγικό λιμάνι της, από τό οποίο έφευγε στό εξωτερικό μέρος της πελοποννησιακής αγροτικής παραγωγής, η Πάτρα (και σε δεύτερη μοίρα το Αίγιο) ήταν τό κυριότερο κέντρο οργάνωσης καί προώθησης  τής παραγωγής σταφίδας, προσφέροντας ταυτοχρόνως αποθηκευτικές, τραπεζικές καί ασφαλιστικές υπηρεσίες.

Όπως αναγνωρίζουν έγκυροι μελετητές, ανάμεσα στίς πόλεις-λιμάνια πού αναπτύχθηκαν στήν διάρκεια τής βιομηχανικής επανάστασης στήν λεκάνη τής Μεσογείου, η Πάτρα κατείχε εξέχουσα θέση καί αποτελούσε αντιπροσωπευτική περίπτωση ακμάζοντος εμποροναυτικού κέντρου τού 19ου αιώνα. Ας σημειωθεί ότι κατά τήν περίοδο 1794-1814 διακινούνταν από τό συγκεκριμένο λιμάνι τό 30% των εξαγωγών τής Πελοποννήσου, ενώ το 1867 τό ποσοστό ανεβαίνει στό 54% καί μέ τήν πάροδο τού χρόνου αυξάνεται συνεχώς, έως την διάνοιξη του Ισθμού της Κορίνθου τό 1893 –εποχή που αρχίζουν νά αλλάζουν οί οικονομικές συνθήκες γιά τήν Πάτρα.

Τήν περίοδο τής ευμάρειας η πόλη γνώρισε καί εντυπωσιακό κοινωνικό μετασχηματισμό. Ο πλούτος πού κυκλοφορεί αλλάζει, όπως ήταν φυσικό, τήν φυσιογνωμία τής πόλης. Διαφοροποιεί τήν κοινωνική ζωή καί τίς συμπεριφορές τών κατοίκων της καί δημιουργεί μία νεοσύστατη αστική τάξη. Η μετανάστευση αυξάνει τόν πληθυσμό. Αναπτύσσεται ένας ιδιότυπος κοσμοπολιτισμός, δραστηριοποιούνται οι ξένες εθνότητες, γίνεται προσπάθεια ευθυγράμμισης τής τοπικής παραγωγής μέ τήν παγκόσμια αγορά καί, βέβαια, από μιά στιγμή καί μετά επιβάλλεται η μονοκαλλιέργεια εξαγώγιμων προϊόντων καί κυρίως τής σταφίδας. Τό προϊόν αυτό, πού τότε πολλοί αποκαλούσαν «μαύρο χρυσό», ήταν τό κύριο εξαγώγιμο προϊόν τής χώρας, μέ τήν Αγγλία νά αποτελεί τήν κύρια πηγή τής εξαγωγής αυτής, μέ τόνους σταφίδας νά φεύγουν εκείνα τά χρόνια από το λιμάνι τής Πάτρας μέ προορισμό τά λιμάνια τής Αγγλίας.

Εκείνη τήν εποχή κτίζονται στό κέντρο τής Πάτρας τά μεγάλα νεοκλασσικά κτίρια πού θαυμάζουμε σήμερα, καθώς η αστική τάξη τής πόλης καί τό εμπόριο, μέ βάση τήν εξαγωγή σταφίδας, γνωρίζει μεγάλη οικονομική ευμάρεια.

Τό ίδιο καί οί Άγγλοι πού συναλλάσσονται μέ τούς Πατρινούς εμπόρους καί τούς καλλιεργητές καί οι οποίοι, θέλοντας νά έχουν άμεση επαφή μέ τήν πόλη, κτίζουν εξοχικά σπίτια στήν δυτική παραλιακή πλευρά τής Πάτρας, σπίτια πού αντικατοπτρίζουν τήν οικονομική τους δύναμη. Αρχιτεκτονικά, τά σπίτια αυτά κυμαίνονται μεταξύ νεοκλασσικής αρχιτεκτονικής καί τών προτύπων τών αγγλικών εξοχικών. Οί περισσότερες βίλες χαρακτηρίζονται από τό ημικύκλιο πού έχουν στήν πρόσοψή τους προκειμένου νά συλλέγουν τό φως καί νά τό διοχετεύουν στό εσωτερικό τού σπιτιού. .
Παράλληλα, όμως, μέ τήν οικονομική της ευμάρεια καί τήν κοινωνική της άνοδο, η Πάτρα τήν περίοδο πού εξετάζουμε αποκτά καί μία ξεχωριστή πνευματική οντότητα, με σημαντικό αριθμό εκπαιδευτικών καί διανοουμένων νά στηρίζουν τήν κοινωνική ζωή της πόλης, προσδίδοντάς της ξεχωριστό πνευματικό ύφος καί τοπική ταυτότητα. Είναι ή εποχή πού στήν πρωτεύουσα της Αχαΐας εκδίδονται κάπου εκατό εφημερίδες, μεταξύ των οποίων και ο Νεολόγος Πατρών (1873-1973) τού Ιωάννη Π. Παπανδρόπουλου. Γενικά στόν νομό κυκλοφορούν επίσης είκοσι περιοδικά –πολλά από τα οποία, μαζί με τις εφημερίδες, ο επισκέπτης τής πόλης μπορεί σήμερα νά δει και να ξεφυλλίσει στο Μουσείο Τύπου της Ένωσης Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Πελοποννήσου, Ηπείρου και Νήσων (ΕΣΗΕΠΗΝ).

Μέ αφετηρία την σταφίδα, πάντως, αναπτύσσονται στην Αχαΐα και κάποιες άλλες μεταποιητικές δραστηριότητες, όπως η παραγωγή κρασιού και οινοπνευματωδών ποτών, που πολύ γρήγορα δημιουργούν νέες αγορές. Επίσης, την εποχή της κυριαρχίας της σταφίδας, η παραγωγή της καθώς και η επέκταση της καλλιέργειάς της δημιούργησαν δευτερογενείς ανάγκες κατασκευής γεωργικών εργαλείων καί μηχανών, σταφιδοκιβωτίων καί άλλων μέσων συσκευασίας, έργων υποδομής για την εμπορία της σε λιμάνια, καθώς και τραίνα με ειδικούς αποθηκευτικούς χώρους.

Στο πλαίσιο αυτό, παρατηρείται στην Αχαΐα μία σχετική διαφοροποίηση του παραγωγικού της ιστού, που ωστόσο αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες ανάπτυξης. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, από την αρχή της υπάρξεώς του, το νεοελληνικό κράτος αντιμετώπιζε πάντα σοβαρά προβλήματα δανεισμού, γεγονός που εκ των πραγμάτων έκανε προβληματική την χρηματοδότηση φιλόδοξων βιομηχανικών δραστηριοτήτων. Για ένα διάστημα μετά την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, συγκεκριμένα από το 1827 έως το 1878, η Ελλάδα είχε αποκλεισθεί από τα δυτικά χρηματιστήρια λόγω τού γνωστού υπερβολικού δανεισμού της κατά τήν επαναστατική περίοδο καί αμέσως μετά από αυτήν. Υπήρχε έτσι τεράστια στενότητα κεφαλαίων καί τά επιτόκια δανεισμού, όπως ανέφερε ο Τύπος, έφθαναν μέχρι καί 30% τον χρόνο.

Η περίοδος αυτή, εξάλλου, υπήρξε η αφετηρία καί γιά τήν ανάπτυξη τής τοκογλυφίας στήν Ελλάδα, φαινόμενο πού γιά μία μακρά περίοδο υπήρξε από τους βασικούς τροφοδότες τής παραοικονομίας. Ιδιαίτερα δέ στήν Αχαΐα και στήν Πάτρα, όπου παράλληλα μεγάλη άνθηση γνώρισε καί ο παράνομος τζόγος.


Ο πολιτισμός της σταφίδας

Η σταφιδοκαλλιέργεια στην Πελοπόννησο τού 19ου αιώνα αποτελούσε κορυφαία αγροτική και οικονομική δραστηριότητα και, όπως προκύπτει από τις στατιστικές της εποχής, το 1875 η σταφίδα αντιπροσώπευε το 50% των ελληνικών εξαγωγών. Ωστόσο, η κυριαρχία του αποκαλούμενου τότε «μαύρου χρυσού» της οικονομίας δεν έμελλε να κρατήσει για πολλά χρόνια.

Όμως, αν θέλουμε να δούμε σοβαρά την γέννηση και ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας, δεν πρέπει να παρακάμψουμε το περίφημο «σταφιδικό ζήτημα», το οποίο, κατά την εκτίμησή μας, υπήρξε και η αφετηρία, αφ’ ενός, πολλών στρεβλώσεων της ελληνικής οικονομίας και, αφ’ ετέρου, πολιτικών και ιδεολογικών εξελίξεων που ταλαιπώρησαν και εν μέρει ταλαιπωρούν την χώρα. Υπό αυτό το πρίσμα, το σταφιδικό ζήτημα έχει κατά την γνώμη μας μεγάλο ιστορικό βάρος και αν οι διάφορες πτυχές του είχαν αναλυθεί προσεκτικά και, κυρίως, σοβαρά, ενδεχομένως η Ελλάδα να είχε αποφύγει πολλές περιπέτειες στην σύγχρονη ιστορία της.

Προϊόν με μακρά ιστορία πίσω του, πρωτοσυναντάμε την κορινθιακή σταφίδα στα Ομηρικά Έπη και στην αρχαία ελληνική μυθολογία. Ο Ξενοφών, στην Κύρου Ανάβασις κάνει λόγο για «αποξηραμένη σταφυλή», ο Ησίοδος επίσης αναφέρεται στην καλλιέργειά της, ο Αριστοτέλης την συμπεριλαμβάνει στο έργο του Τα προβλήματα του Αριστοτέλους και ο Ιπποκράτης εξάρει το κρασί που προέρχεται από αυτήν. Η σταφίδα αναφέρεται σαν «μαυροντυμένη ορθόδοξη μοναχή» στο περίφημο βυζαντινό βιβλίο των φρούτων του 13ου αιώνα, ενώ ο βασιλιάς της Αγγλίας συνιστούσε στις τουρκικές αρχές να είναι προσεκτικότερες στην συμπεριφορά τους με τους Άγγλους σταφιδεμπόρους που βρίσκονταν στην Πάτρα.

Η «πριγκίπισσα», όπως αρκετοί αποκαλούν την κορινθιακή σταφίδα, αποτέλεσε κατ’ εξοχήν εξαγώγιμο προϊόν του νεοσύστατου ελληνικού κράτους από το 1830 μέχρι και το δεύτερο μισό τού 19ου αιώνα, ενώ μέχρι και σήμερα καταγράφεται ως σημαντικό εξαγώγιμο αγροτικό προϊόν.Όταν το 1829 ο Ιωάννης Καποδίστριας επισκέφθηκε την επαρχία της Κορίνθου διερωτήθηκα γιατί οι κάτοικοι έδιναν τόση σημασία στην καλλιέργεια της σταφίδας. Η απάντηση που έλαβε ήταν: «Δίνουμε εξοχώτατε μια χούφτα σταφίδα και μάς δίνουν ένα σακί τάλληρα».

Οι παραινέσεις,ωστόσο, του Κυβερνήτη για τους κινδύνους που εγκυμονούσε η αλματώδης αύξηση της καλλιέργειας της σταφίδας δεν εισακούστηκαν. Υπό το καθεστώς των «εθνικών γαιών», καθώς η αγροτική μεταρρύθμιση θα πραγματοποιηθεί πολλά χρόνια αργότερα, οι καλλιεργούμενες με σταφίδα εκτάσεις εξαπλασιάστηκαν και συνέχισαν να αυξάνουν. Παράλληλα, ανοδική πορεία ακολουθεί και η εκτός Ελλάδος κατανάλωση σταφίδας, με αποτέλεσμα στο εσωτερικό να είναι το προϊόν που προσφέρει πλούτο και ισχύ.

Όπως έγραψε και ο καθηγητής Ξενοφών Ζολώτας, η σταφίδα τότε αντιπροσώπευε ό,τι ο καφές για την Βραζιλία.Πλήθη ανθρώπων κατεβαίνουν έτσι από τα βουνά για να καλλιεργήσουν αμπέλια. Η εσωτερική αυτή μετανάστευση δημιουργεί αστικούς και ημιαστικούς πληθυσμούς σε μία χώρα όπου τον 19ο αιώνα κυρίαρχο ρόλο έπαιζαν και οι ληστείες. Η γρήγορη ανάπτυξη της διεθνούς ζήτησης σταφίδας γίνεται κορυφαία παραγωγική δραστηριότητα στην χώρα, με την Ελλάδα να κρίνεται στις διεθνείς συναλλαγές ως σημαντικ περιοχή. Μία περιοχή, ωστόσο, που όπως θα δούμε στην συνέχεια είχε αυτοπαγιδευτεί.

Την περίοδο της ευφορίας τα λιμάνια της Πελοποννήσου, κυρίως της Πάτρας (το λιμάνι της σταφίδας), αλλά και του Κατάκολου, του Αιγίου, του Ξυλόκαστρου και άλλα στην συνέχεια, γνωρίζουν σημαντική άνθηση. Αποτελούν πυλώνες της εξαγωγικής δραστηριότητας, καθώς το 70% του συνολικού όγκου της σταφίδας μεταφερόταν ακτοπλοϊκώς. Είναι η αρχή της καπιταλιστικής οικονομίας για την Ελλάδα και της εκβιομηχάνισης της Πελοποννήσου, με άξονα την σταφίδα. Από το 1860 γίνονται οι πρώτες προσπάθειες να κατασκευαστούν και να χρησιμοποιηθούν μηχανές για τον καθαρισμό και την διαλογή της, ενώ τον Ιανουάριο τού 1885 δεκατρείς βουλευτές κατέθεσαν νομοσχέδιο «Περί αποδόσεως προνομίου εις τους εφευρέτας μηχανήματος αποξήρανσης της σταδίφας», το οποίο σύντομα έγινε νόμος.

Επίσης, όπως γράφει ο Παναγιώτης Κακαβίας, πέραν από τις αγροτικές εργασίες και την ανάπτυξη των λιμανιών, η εμπορευματοποίηση του μονοκαλλιεργούμενου προϊόντος δημιούργησε, όπως ήταν λογικό, πολλά νέα επαγγέλματα (σταφιδομεσίτες και μεσίτες δελτίων παρακρατήματος, πατητές, καρφωτές, μαρκαριστές, σταφιδοπαραλήπτες, κλπ.) και γενικά η πόλη ζούσε υπό την σκιά της σταφίδας. Συνακόλουθα ενισχύονται και οι χερσαίες μεταφορές –από το χωριό στην πόλη, στις σταφιδαποθήκες, στο συσκευαστήριο. Άρα, κτίσιμο αποθηκών, κατασκευές κάρρων, σταφιδοκιβωτίων ή βαρελιών.

Οι σταφιδέμποροι διέθεταν αποθήκες στις οποίες ήταν εγκατεστημένα μηχανήματα καθαρισμού, ενώ εντός ή εκτός αυτής γινόταν η συσκευασία σε «τέταρτα», ξύλινα κιβώτια τα οποία παρασκευάζονταν σε ξυλοβιομηχανίες. Ήδη, όμως, από παλαιότερα η σταφίδα εξαγόταν σε μικρούς τρίχινους σάκους και συσκευαζόταν σε βαρέλια ή βουτσιά. Οι αποθήκες και τα νέα σπίτια χρειάζονταν χτίστες, μαρμαράδες, σιδεράδες. Η κατασκευή και η μεταλλουργία ακμάζουν.

Παράλληλα, η ευμάρεια των  μεγάλων παραγωγών και εμπόρων απαιτεί ράφτρες και μοδίστρες, καταστήματα υφασμάτων και παπουτσιών, κλωστήρια και υφαντουργεία. Οι νεαρές κοπέλλες από τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις διδάσκονται σε σεμινάρια την τέχνη της καλτσοπλεκτικής, ή προετοιμάζονται για υπηρετικό προσωπικό σε επαύλεις.

Απαραίτητο δε στοιχείο κύρους για την νεοσύστατη αστική τάξη της Αχαΐας, αλλά και αναγκαιότητα –καθώς η καλλιέργεια και η ανάπτυξη των δεξιοτήτων των μελών της οικογένειας αποτελούσε εγγύηση για την καλή διαχείριση του πλούτου– γίνεται η καλή μόρφωση των ευκατάστατων γόνων. Δασκάλες και δάσκαλοι πιάνουν δουλειά. Ιδρύονται εμπορικές σχολές, σχολές ξένων γλωσσών και σχολεία –μεταξύ αυτών και το Αρσάκειο Πατρών, καθώς η εποχή συμπίπτει με την αρχή της χειραφέτησης των γυναικών.

Μέχρι το 1892 η οικονομική κατάσταση όσων ασχολούνταν με το εμπόριο της σταφίδας, ακόμα και σε λαϊκότερους κύκλους, ήταν πάρα πολύ καλή. Απόδειξη οι πολυτελείς για την εποχή κατοικίες και βίλες που χτίστηκαν σε παράλια της Αχαΐας, κυρίως δε μεταξύ Πάτρας-Αιγίου και Πάτρας-Πύργου, καθώς και οι πολυτελείς ιδιωτικές άμαξες.

Η υψηλή κοινωνία αναπτύσσει παράλληλα και το «υπεύθυνο των αστών». Χρηματοδοτεί έργα υποδομής, όπως την κατασκευή του σιδηρόδρομου της Πελοποννήσου –και συγκεκριμένα της γραμμής Πύργου-Κατάκολου, που λειτούργησε στις 3 Φεβρουαρίου 1883 και ήταν η πρώτη σε ολόκληρη την Ελλάδα– και της Διώρυγας της Κορίνθου με σκοπό την καλύτερη και ταχύτερη μεταφορά της κορινθιακής σταφίδας στις αγορές του εξωτερικού.

Στηρίζονται επισης τα δημοτικά ιδρύματα: νοσοκομείο, βρεφοκομείο, πτωχοκομείο.Παρακολουθούν όμως και θέατρο, διασκεδάζουν στις δεξιώσεις των σαλονιών, στήνοντας στο περιθώριο παιχνίδια κερδοσκοπίας, ενώ καίνε τα χρήματά τους σε ξέφρενα γλέντια όταν η σοδειά είχε αποφέρει το μέγιστο κέρδος. Γιορτές και εκδηλώσεις, όπως για παράδειγμα το Καρναβάλι της Πάτρας, οφείλονται σε εκείνην ακριβώς την εποχή –τόσο στον πλούτο, όσο και στις επιρροές από τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης στις οποίες κατευθυνόταν η σταφίδα. Ο Γερμανός αρχιτέκτονας Ερνέστος Τσίλλερ γίνεται αγαπημένος της αστικής τάξης της Πελοποννήσου και λαμβάνει παραγγελίες. Μεταξύ αυτών για το Δημοτικό Θέατρο της Πάτρας, για τον Μητροπολιτικό Ναό της Φανερωμένης, καθώς και για το κτίριο της παλαιάς δημοτικής αγοράς στο Αίγιο όπου σήμερα στεγάζεται το Αρχαιολογικό Μουσείο.

Πρόκειται για μία εποχή ανάτασης και μεγαλείου, που οικοδομήθηκε πάνω στις ορέξεις ενός φωτοπαρασιτικού εντόμου, στην φυλλοξήρα, που έπληξε τα γαλλικά αμπέλια την δεκαετία τού 1880. Αυτή αύξησε υπέρμετρα και απροσδόκητα την ζήτηση της πελοποννησιακής σταφίδας, αφού οι οινοπαραγωγοί της Γαλλίας αναπλήρωναν τις απώλειές τους με ελληνικά σταφύλια. Η Ευρώπη είχε την ευκαιρία να γνωρίσει τον καρπό με την γλυκειά γεύση και την μεγάλη θρεπτική αξία, δημιουργώντας ένα νέο είδος μόδας και καθιστώντας τον πολύτιμο. Καταναλώνεται σαν ξηρός καρπός, χρησιμοποιείται για την κατασκευή πουτίγκας και σταφιδόψωμου, σαν υλικό «υψηλής» ζαχαροπλαστικής. Στις δεκαετίες τού 1880 και 1890 η παραγωγή σταφίδας αυξήθηκε με ιλιγγιώδεις ρυθμούς για να καλύψει την γαλλική ζήτηση, ενώ παράλληλα αυξήθηκε και η τιμή της, ωφελώντας έτσι σημαντικά τους Έλληνες σταφιδοπαραγωγούς.

Οι τελευταίοι, για να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες, διεύρυναν με όσα μέσα διέθεταν την σταφιδοκαλλιέργεια, χωρίς να αντιλαμβάνονται τους κινδύνους και χωρίς να βλέπουν το τέλος που όλο και πλησίαζε. «Χορεύουν ενώ χρεοκοπούν» αναφέρει η Αθηνά Κακούρη στο βιβλίο της Πριμαρόλια.

Τα πριμαρόλια, τα πρώτα καράβια με το πολύτιμο φορτίο της πρώτης και καλύτερης σοδειάς μαύρης σταφίδας Βοστίτσα, έφευγαν από το λιμάνι του Αιγίου, της Πάτρας και άλλων πόλεων της βορειοδυτικής Πελοποννήσου για τα μεγάλα λιμάνια της Ευρώπης τού 19ου αιώνα (Λονδίνο, Λίβερπουλ, Μασσαλία, Τεργέστη, Άμστερνταμ και Οδησσός) μέσα σε χαρές και γιορτές στην παραλία, οι οποίες κρατούσαν έως και δεκαπέντε ημέρες.

Με την πάροδο του χρόνου, όμως, ιδίως από την δεκαετία τού 1880, τα πριμαρόλια λειτούργησαν επιζήμια για το εμπόριο, διότι δημιουργούσαν κλίμα ανταγωνισμού μεταξύ των σταφιδεμπόρων –για το ποιος θα φορτώσει πρώτος για το κάθε λιμάνι ώστε να πετύχει την καλύτερη τιμή– και αδιαφορούσαν για την ποιότητα. Έτσι, για να προλάβουν, τρυγούσαν νωρίτερα, ο καρπός κοβόταν άγουρος και μαζευόταν νωπός, κάτι που δελέαζε τους παραγωγούς αφού αύξανε το βάρος του κατά 15% έως και 20%. Υποβάθμιζε, όμως, την ποιότητα.
Τα σημαντικότερα πριμαρόλια ήταν αυτά που κατευθύνονταν στα λιμάνια του Λίβερπουλ και του Λονδίνου. Άλλωστε, πολλοί σταφιδέμποροι διατηρούσαν πλέον την έδρα τους στο Λονδίνο, στέλνοντας συνήθως τον πρωτότοκο της οικογενείας.

Αυτή η τάξη πλουσίων αστών, τόσο στην Αχαΐα όσο και σε άλλες περιοχές της τότε Ελλάδας, μαζί με κάποιες οικογένειες προκρίτων, σχηματίζουν τα πρώτα αστικά στρώματα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.

Τα τζάκια και ο ρόλος τους

Γύρω από την σταφίδα αναδύεται έτσι, στην Αχαΐα και όχι μόνον, μία νέα οικονομική τάξη η οποία επιδιώκει να συμμαχήσει με ηγετικές πολιτικές οικογένειες, χωρίς όμως να διαθέτει και τα απαραίτητα οργανωτικά προσόντα για την επίτευξη του στόχου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να έχουμε πάντα υπ’ όψη μας ότι το 198 ετών νεοελληνικό κράτος, ως προς τον σχηματισμό του τον 19ο αιώνα, παρουσιάζει κάποιες «ιδιομορφίες» αν συγκριθεί με την αντίστοιχη εμπειρία της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης. Προφανώς δε, κάποιες από τις «ιδιομορφίες» αυτές ισχύουν και σήμερα.

Για παράδειγμα, όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Χρήστος Λυριντζής στο βιβλίο του για την κοινωνία και την πολιτική στην Αχαΐα τον 19ο αιώνα, ο χωρισμός κοινωνίας και κράτους δεν υπήρξε αποτέλεσμα της ανάπτυξης και κυριαρχίας καπιταλιστικών σχέσεων, όπως σε άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες. Σαφώς δε αυτό οφείλεται στο ότι στην Ελλάδα τού 1821 δεν υπήρχαν καπιταλιστές υπό την δυτική έννοια. Έτσι, στην μεταεπαναστατική Ελλάδα, όπου κορυφαίος ήταν και ο ρόλος των δυνάμεων που συνέβαλαν στην αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού, το κοινωνικό και πολιτικό πεδίο διαμορφώθηκε «εκ των άνω», με βάση επείσακτους θεσμούς που εγκαθιδρύθηκαν μετά την δημιουργία του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Αυτό το γεγονός αναμφίβολα αποτελεί ένα κρίσιμο σημείο εκκίνησης για την κατανόηση της πορείας που ακολούθησε η ελληνική κοινωνία. Ως ερμηνευτικό εργαλείο δε, ο σχηματισμός και η πορεία της ελληνικής κοινωνίας μάς προσφέρει και σοβαρές δυνατότητες να αξιολογήσουμε οικονομικές δομές, πολιτικές δράσεις και συμπεριφορές. Για παράδειγμα, στον αμέσως μετά τον οθωμανικό ζυγό σχηματισμό της οικονομίας και της κοινωνίας, ελληνική «ιδιομορφία» θα μπορούσε να θεωρηθεί η απουσία ισχυρής τάξης γαιοκτημόνων και η εγκαθίδρυση αντιπροσωπευτικών διαδικασιών και κοινοβουλευτικών θεσμών χωρίς να υπάρχει ισχυρή αστική τάξη και, κυρίως, χωρίς το αίτημα της μαζικής συμμετοχής και αντιπροσώπευσης να έχει αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερων διεκδικήσεων και συγκρούσεων, όπως αυτό είχε συμβεί σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες.

Ας σημειωθεί ότι ο «εκ των άνω» κοινωνικός και οικονομικός σχηματισμός ευνοεί την ιστορική διαδρομή των πολιτικά ηγετικών οικογενειών και, κατά τον Χρήστο Λυριντζή, μπορεί να χωριστεί σε δύο φάσεις.

Η πρώτη αρχίζει με την ίδρυση του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους και τελειώνει περίπου με το τέλος της οθωμανικής περιόδου. Στην διάρκειά της δεσπόζουν οι παραδοσιακά κυρίαρχες οικογένειες των προκρίτων, οι περισσότερες από τις οποίες είχαν παίξει σημαντικό ρόλο στην επανάσταση. Οι εν λόγω οικογένειες συγκεντρώνουν την οικονομική και πολιτική δύναμη και προβάλλουν ως οι φυσικοί ηγέτες των περιοχών τους. Σταδιακά, όμως, η οικονομική τους βάση συρρικνώνεται και το κυρίαρχο πολιτικό προσωπικό αποτελείται από πολιτικούς «πλήρους απασχόλησης». Ταυτόχρονα, βιολογικοί λόγοι αναγκάζουν αρκετές οικογένειες να αποχωρήσουν από το προσκήνιο. Έτσι, στην δεκαετία τού 1870, στην Αχαΐα (και όχι μόνον, υποθέτουμε) η πολιτική έχει πλέον διαχωριστεί από την οικονομία, με την έννοια ότι το ηγετικό πολιτικό προσωπικό ασχολείται πλέον αποκλειστικά με την πολιτική. Ενώ, δηλαδή, η πρώτη γενιά πολιτικών (Λόντοι, Μελετόπουλος, Μπ. Ρούφος, Α. Καλαμογδάρτης, Π. Πατρινός) ασχολείται σε σημαντικό βαθμό με παραγωγικές διαδικασίες, η δεύτερη γενιά, που προέρχεται από το ίδιο κοινωνικο-οικονομικό και οικογενειακό περιβάλλον, αποτελείται από επαγγελματίες πολιτικούς.

Κατά την δεύτερη φάση, που διαρκεί έως τις αρχές της δεκαετίας τού 1880, το ηγετικό πολιτικό προσωπικό της Αχαΐας αποτελείται κυρίως από τους επαγγελματίες πολιτικούς που κατάγονται από οικογένειες προκρίτων και συχνά εμφανίζονται ως γεωργοκτηματίες. Ακόμα και όσοι έχουν σπουδάσει νομικά, δεν ασκούν συστηματικά το επάγγελμα του δικηγόρου.  Κατα τηνκλασσικη ρηση του

Μαξ Βέμπερ, «δύο τρόποι υπάρχουν για να κάνει κάποιος την πολιτική επάγγελμά του: ή ζη για την πολιτική, ή ζη από την πολιτική. Το ένα, όμως, δεν αποκλείει διόλου το άλλο».
Οι πολιτικοί της Αιγιαλείας και της Πάτρας είναι επαγγελματίες διότι ζουν για την πολιτική, με την οποία παραδοσιακά ασχολούνται, και διότι επωφελούνται από το επάγγελμά τους για να ενισχύσουν την οικονομική και πολιτική θέση τους. Το φαινόμενο σηματοδοτεί την μετάβαση σε ένα πιο «σύγχρονο» σύστημα όπου, υπό την πίεση των απαιτήσεων της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, καθίσταται σαφές ότι η πολιτική δεν ασκείται αναγκαστικά από μέλη των οικονομικά κυρίαρχων ομάδων. Το ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και σήμερα.


Οι εξελίξεις αυτές συνοδεύονται από την ανάδειξη της δικηγορίας ως τού κατ’ εξοχήν επαγγέλματος των πολιτικών της Αχαΐας. Το γεγονός γίνεται ιδιαίτερα αισθητό περί τα τέλη της δεκαετίας τού 1880 και αφορά τόσο τους νεοεισερχόμενους στην πολιτική όσο και τους γόνους των παλαιών ηγετικών οικογενειών.Πρόκειται δε για μία εξέλιξη η οποία σταδιακά επεκτείνεται σε ολόκληρη την τότε Ελλάδα και μέσα από αυτήν μπορούν να βρουν ερμηνεία και αρκετές σημερινές πραγματικότητες.

Όπως γράφει ο Χρήστος Λυριντζής «η μάχη των ηγετικών οικογενειών της Αχαΐας δείχνει ότι η πολιτική κυριαρχία είναι αποτέλεσμα της κατάλληλης χρήσης ενός συνδυασμού οικείων μέσω που συνδέονται με πελατειακούς μηχανισμούς». Στο πλαίσιο αυτό, οι πελατειακές σχέσεις αποτελούν απλούς μηχανισμούς οργάνωσης της πολιτικής κυριαρχίας, οι οποίοι ευδοκιμούν όταν υπάρχουν τα κατάλληλα μέσα κυριαρχίας. Όταν ο έλεγχος μίας ομάδας επί των μέσων κυριαρχίας κλονίζεται και φθίνει, τότε οι πελατειακές σχέσεις δεν είναι ικανές να αναπαράγουν την πολιτική κυριαρχία και η ομάδα εκτοπίζεται σιγά-σιγά από την ηγετική της θέση. Η απώλεια των στρατηγικών θέσεων που επιτρέπουν τον έλεγχο των μέσων κυριαρχίας επιφέρει την διάβρωση των πελατειακών δικτύων και την μετατροπή τους σε εύθραυστο μηχανισμό.

Η πορεία των ηγετικών οικογενειών της Αχαΐας, κυρίως στον 20ο αιώνα, προσφέρει ένα παράδειγμα σταδιακής απώλειας των παραδοσιακών ερεισμάτων τους, αλλά και τον μετασχηματισμό τους. «Οι πολιτικοί της Αχαΐας κατανόησαν πολύ νωρίς ότι η διατήρηση της ηγετικής τους θέσης προϋποθέτει τόσο τον έλεγχο της πολιτικής διαδικασίας και των κρατικών μηχανισμών, όσο και την διατήρηση ορισμένου τύπου σχέσεων και συμμαχιών με τον υπόλοιπο πληθυσμό. Για να έχουν εξασφαλισμένο τον έλεγχο της πολιτικής και των κρατικών μηχανισμών, έπρεπε να διατηρηθεί ένα πλαίσιο που θα ευνοούσε την αναπαραγωγή σχέσεων κυριαρχίας με τους αγρότες. Πρακτικά αυτό σήμαινε την διατήρηση, αφ’ ενός μεν του καθεστώτος των εθνικών γαιών, άρα και της αβεβαιότητας για την διανομή τους, αφ’ ετέρου δε του συστήματος είσπραξης των φόρων. Οι δύο αυτοί παράγοντες, σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις της παραγωγής και τις συνθήκες χρήσης της γης, συμβάλλουν στην ανάπτυξη ενός δανειστικού κυκλώματος το οποίο, σε συνδυασμό με την φορολογία, παρέχει μία σειρά από ευκαιρίες. Οι ηγετικές οικογένειες επιτυγχάνουν να διατηρήσουν αυτό το πλαίσιο επί αρκετές δεκαετίες, κατέχοντας ταυτόχρονα τις κατάλληλες θέσεις για τον έλεγχό του», αναφέρει ο Χρήστος Λυριντζής.

Με την μελέτη του αυτή ανοίγει πόρτες στο να διερευνήσει κανείς, μέσα από συγκεκριμένα πρόσωπα και διαδικασίες, πώς ξεκίνησε η οικοδόμηση του πελατειακού συστήματος στην Ελλάδα. Από την άλλη πλευρά, όμως, η ίδια έρευνα επιτρέπει να εντοπίσουμε και βασικές διαφορές της μαζικής συλλογικής δράσης και πολιτικής συμμετοχής στην Ελλάδα σε σύγκριση με αντίστοιχα φαινόμενα σε άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες.


 
Σε αυτή την διαδικασία καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει μία πολιτική τάξη η οποία συνεργάζεται επιτυχώς με τις οικονομικά ανερχόμενες αστικές δυνάμεις και ενσωματώνει, ή μάλλον «συσσωματώνει» –κατά την ορολογία του Μουζέλη– χωρίς έντονους κραδασμούς τους αγρότες στο πολιτικό σύστημα. Πρόκειται άραγε για μία ιστορική ιδιομορφία;

Υπάρχει ελληνική ιδιομορφία;

Η ιστορική εμπειρία και η μελέτη της μάς επιτρέπουν να διατυπώσουμε την άποψη ότι, η ικανότητα της ηγετικής ομάδας να προσαρμόζεται στις νέες συνθήκες και ως εκ τούτου να τις χρησιμοποιεί προς όφελός της, δεν αποτελεί ελληνική ιδιομορφία. Ο γράφων, εκ προσωπικής εμπειρίας –ως γόνος πρώην αχαϊκού «τζακιού»– αλλά και ως γνώστης της Σικελίας, μπορεί να πει ξεκάθαρα ότι οι πολιτικοί της Αχαΐας μοιάζουν με τους Σικελούς ομότιτλούς τους –οι οποίοι, τα τελευταία χρόνια τού 19ου αιώνα, χρησιμοποίησαν κυνικά τις τεχνικές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και διατήρησαν την κυριαρχία τους στο νησί, όχι χωρίς αιματηρές ενίοτε συγκρούσεις και με την Μαφία. Μπορεί η τελευταία να προϋπήρχε στην Σικελία από τον 12ο αιώνα, όταν το νησί τελούσε υπό ισπανική κυριαρχία, όμως αποκτά πολιτικό και οικονομικό ρόλο στην διάρκεια της διαδικασίας της ιταλικής ενοποίησης (1815-1871).

Θα θέλαμε να σημειώσουμε ότι θα έπρεπε να γίνει μία ευρύτερη προσέγγιση, από ιστορικής πλευράς, των επιπτώσεων που οι ιταλικές εξελίξεις είχαν στην Ελλάδα, ιδιαίτερα δε σε περιοχές γειτονικές της Ιταλίας όπως για παράδειγμα η Αχαΐα.

Στην Αχαΐα, όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα, δεν υπήρξε ισχυρή τάξη γαιοκτημόνων η οποία είτε θα ενσωμάτωνε τους αγρότες είτε θα προκαλούσε την κινητοποίησή τους εναντίον των ανώτερων τάξεων, όπως συνέβη στην Σικελία. Επίσης, στην Ελλάδα, η βιομηχανική ανάπτυξη ήταν σχεδόν ανύπαρκτη και άρα οι όποιες σχέσεις καπιταλιστικής παραγωγής υπήρξαν αργές και εξαιρετικά περιορισμένες. Κατά συνέπεια, με μαρξιστικούς όρους, οι αγρότες της Αχαΐας και όχι μόνον δεν αισθάνθηκαν να απειλούνται από τον ανερχόμενο τότε στην Δυτική Ευρώπη βιομηχανικό καπιταλισμό. Αυτό είναι ένα ιστορικό γεγονός τεράστιας σημασίας για τον μελετητή της βιομηχανικής ανάπτυξης στην χώρα μας.

Σε ό,τι αφορά την «αριστοκρατία» τής υπό εξέταση περιόδου, δηλαδή τα «τζάκια», η μελέτη της Αχαΐας δείχνει καθαρά την απροθυμία τους να εμπλακούν ενεργά στην παραγωγική διαδικασία αποκτώντας είτε γαιοκτημονικά είτε εμπορικά χαρακτηριστικά. Το παράδειγμα της αγγλικής αριστοκρατίας, η οποία αποκτά από πολύ νωρίς εμπορικά χαρακτηριστικά, ίσως είναι ιστορικά μοναδικό. Υποδεικνύει, ωστόσο, την σημασία του μετασχηματισμού της αριστοκρατίας σε νέα κοινωνική δύναμη. Στην Αχαΐα, τα «τζάκια» αφοσιώνονται στην πολιτική και αφήνουν το οικονομικό πεδίο στα χέρια άλλων φορέων, φροντίζοντας όμως να διατηρούν στενές σχέσεις με τις ανερχόμενες αστικές δυνάμεις. Η αστική τάξη, λοιπόν, είναι ο μεγάλος απών από το κοινωνικό και ιδιαίτερα από το πολιτικό προσκήνιο της Αχαΐας.

Η απουσία της είναι ιδιαίτερα εμφανής στην επαρχία Πατρών, όπου οι ισχυρές εμπορικές οικογένειες δεν εμπλέκονται άμεσα στην πολιτική. Φαίνεται ότι στην Πάτρα υπάρχει άτυπη συμφωνία μεταξύ των «τζακιών» και των ανερχόμενων αστικών δυνάμεων: οι οικονομικά ισχυρές οικογένειες εκχωρούν στα πολιτικά «τζάκια» την πολιτική με αντάλλαγμα το δικαίωμα του πλουτισμού. Πρόκειται για ένα ακόμα στοιχείο που θυμίζει έντονα την γερμανική εμπειρία, με την διαφορά ότι εκεί η συμμαχία γαιοκτημόνων και αστών συνοδεύεται από ταχύρρυθμο εκσυγχρονισμό από τα πάνω και εκβιομηχάνιση –φαινόμενα που εμφανίζονται με ιδιαίτερη καθυστέρηση στην Ελλάδα.Αυτη η καθυστερηση ομως γινεται ιδιαιτερα ορατη,οπως θα δουμε παρακατω,στον 20ο αιωνα,στη διαρκεια του οποιου ομως,κατα την εκτιμηση μας,τεραστιος υπηρξε ο ρολος του περιφημου «σταφιδικου ζητηματος».Για το οποιον αξιζει μια ιδιαιτερη μνεια

Απο την αλλη πλευρα επισης,την πολιτικη και κοινωνικη,η αργή ανάπτυξη των αστικών δυνάμεων στην Ελλάδα τού 19ου αιώνα, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την κατανόηση της όποιας «ιδιομορφίας» της ελληνικής πολιτικής και για τον τρόπο ανάπτυξης και εδραίωσης των αντιπροσωπευτικών-κοινοβουλευτικών θεσμών στην πορεια της χωρας. Όπως εύστοχα παρατηρεί ο BarringtonMoore, «μία εύρωστη και ανεξάρτητη τάξη αστών στάθηκε απαραίτητο στοιχείο για την ανάπτυξη της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Χωρίς μπουρζουαζία δεν υπάρχει δημοκρατία».Απομενει να δουμε ομως την ποιοτητα της τελευταιας και το ουσιαστικο της περιεχομενο.


ΤΟ ΣΤΑΦΙΔΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΚΑΙ Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΑ

Το περίφημο στην εποχή του σταφιδικό ζήτημα μπορεί να είναι ευρύτερα άγνωστο στην σημερινή Ελλάδα, πλην όμως πιστεύουμε ότι το ιστορικό του βάρος υπήρξε μεγάλο –τόσο για την πορεία της Αχαΐας τον 20ο αιώνα όσο και στην εξέλιξη της ελληνικής οικονομίας για μια μεγάλη πορεία από το 1900 και μετά.

Πέρα, όμως, από την οικονομική του διάσταση, το σταφιδικό ζήτημα και ο συναφής με αυτό πόλεμος της σταφίδας έχει και ιδιαίτερα σημαντικές επικοινωνιακές προεκτάσεις, οι οποίες για πολλούς λόγους αξίζει τον κόπο να διερευνηθούν και να φωτιστούν. Διότι σίγουρα, ακόμα και σήμερα, παίζουν ρόλο σε συμπεριφορές και αντιλήψεις που εκδηλώνονται στην χώρα. Κατά κύριο δε λόγο θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ιδιαιτέρως ότι μέσα από το σταφιδικό ζήτημα ανιχνεύεται και η επιρροή στην χώρα της μαρξιστικού τύπου οικονομικής και κοινωνικής ανάλυσης, η οποία σε μεγάλο βαθμό οδήγησε σε σοβαρές στρεβλώσεις της οικονομίας.

Στο πλαίσιο αυτό, σύγχρονοι μελετητές της ελληνικής ιστορίας και της κοινωνικο-οικονομικής εξέλιξης στην χώρα μας, έχουν ενστερνισθεί μυθοπλαστικά στοιχεία γύρω από την σταφιδική κρίση και τον τότε αγώνα των σταφιδοπαραγωγών της βορειοδυτικής Πελοποννήσου. Τονίζουν δε ιδιαίτερα την επίδραση των προοδευτικών και αναρχικών ιδεών της Δύσης σε μεγάλες πόλεις της δυτικής Ελλάδας, όπως η Πάτρα και ο Πύργος και σε δεύτερη μοίρα το Αίγιο, όπου και υπήρξαν εκδηλώσεις του αποκαλούμενου «λαϊκού-αγροτικού κινήματος». Όπως θα δούμε στην συνέχεια, η πραγματικότητα απέχει αισθητά της μυθοπλαστικής θεώρησης.

Σε μία όντως εντυπωσιακή εργασία της πάνω στο θέμα αυτό,η κυρία Καίτη Αρώνη-Τσιχλή, καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, τονίζει ότι το σταφιδικό κίνημα, όταν εκδηλώθηκε κάπου το 1893, διέφερε από προσεγγίσεις που το απέδιδαν σε μία κατά Μαρξ «πάλη των τάξεων». Δεν πρόκειται για έναν αγώνα των αγροτών εναντίον των μεγάλων γαιοκτημόνων, εναντίον του μεγάλου κεφαλαίου, ή εναντίον του κράτους, γράφει η κυρία Καίτη Αρώνη-Τσιχλή, καταρρίπτοντας έτσι θέσεις και απόψεις του Γ. Κορδάτου κυρίως, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί στο βιβλίο του Ιστορία του Αγροτικού Κινήματος στην Ελλάδα (Αθήνα 1973).

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Στην απελευθερωμένη μετα-οθωνική Ελλάδα οι παραγωγικές αρθρωσεις ήσαν αδύναμες και οι αντίστοιχες υποδομές σχεδόν ανύπαρκτες. Κατά συνέπεια, η παραγωγή πλούτου ήταν σε μεγάλο βαθμό παρασιτική και μεταπρατική, με την αυτοκατανάλωση να παίζει σημαντικό ρόλο. Η τελευταία εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί στην τότε λιτοδίαιτη Ελλάδα καθυστέρησε να αναπτυχθεί η βιομηχανία τροφίμων, η οποία σε άλλες χώρες απετέλεσε και εφαλτήριο της βιομηχανικής τους ανάπτυξης.

Υπό παρόμοιες συνθήκες, στην Ελλάδα τού 19ου αιώνα η οργάνωση της οικονομίας και του πολιτικού συστήματος της χώρας μπορούμε να πούμε ότι αρχίζουν να συγκροτούνται από το 1840 και μετά. Πρόκειται όμως για μία συγκρότηση που πραγματοποιείται με δανεικά κεφάλαια, ευεργεσίες Ελλήνων εμπόρων της αλλοδαπής και χωρίς συγκεκριμένο θεσμικό πλαίσιο. Έτσι, από τα μέσα τού 19ου αιώνα εκκολάπτεται  μία ανοργάνωτη και ευκαιριακού τύπου οικονομία, στην οποία το εμπόριο και η γεωργία παίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Όσο για την χρηματοδότηση της οικονομίας αυτής, μαρτυρίες της εποχής αναφέρουν ότι σε μεγάλο βαθμό στηρίζεται στην τοκογλυφία –η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση στην Αχαΐα και βεβαίως στην Πάτρα και στο Αίγιο.

Θα πρέπει δε να τονίσουμε ότι, ειδικά στην Πάτρα, η τοκογλυφία γνώρισε ημέρες δόξας μέχρι τα μέσα της δεκαετίας τού 1990, ήτοι εκατό και πλέον χρόνια από την ανάδυσή της στο πέλαγος της παραοικονομίας. Και από την άποψη αυτή θα πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι το σταφιδικό ζήτημα κάθε άλλο παρά άμοιρο υπήρξε στην δημιουργία και εξέλιξή της.

Ο ρόλος της μονοκαλλιέργειας

Το να περιμένει κανείς στα μέσα τού 19ου αιώνα ότι Έλληνες αγρότες θα γνώριζαν τί είχε συμβεί στην Ολλανδία τού 17ου αιώνα με την κρίση της τουλίπας, είναι πέρα για πέρα εκτός πραγματικότητας. Κατά συνέπεια, όταν κάποιοι Άγγλοι έμποροι σφύριζαν στο αυτί κάποιων Πελοποννησίων αγροτών ότι στην Αγγλία υπήρξε καλή αγορά για την αποξηραμένη σταφίδα, άνοιγαν το βιβλίο μίας σημαντικής κοινωνικο-οικονομικής αλλά και πολιτικής ιστορίας: αυτής του ρόλου της σταφίδας στην ελληνική οικονομία από το 1840 έως το ξέσπασμα της κρίσης το 1892.

Στην διάρκεια της προαναφερόμενης περιόδου, με κέντρο την ΒΔ Πελοπόννησο, η καλλιέργεια σταφιδαμπελώνων γνώρισε μεγάλη έκταση στην χώρα και πήρε κατακλυσμιαίες διαστάσεις όταν ο γαλλικός αμπελώνας επλήγη από φυλλοξήρα. Στα τέλη έτσι της δεκαετίας τού 1870 η σταφιδοκαλλιέργεια εξελίσσεται σε μονοκαλλιέργεια και δεν είναι λίγοι αυτοί που πιστεύουν ότι τελικά «χτύπησαν» φλέβα χρυσού. Περιγραφές τοπικών εφημερίδων της εποχής εκείνης κάνουν λόγο για «σταφιδικό αμόκ» και βεβαίως σε καμμία περίπτωση δεν έχουν άδικο. Περί αυτού επρόκειτο.

Η σταφίδα κατεβάζει από τα βουνά πλήθος ανθρώπων για να καλλιεργήσουν τα αμπέλια. Παράλληλα, όμως, δημιουργεί αστικούς και ημιαστικούς πληθυσμούς χωρίς κανένα πολιτιστικό υπόβαθρο, στους κόλπους των οποίων εκκολάπτονται «νέα τζάκια» πλούτου και ισχύος.

Τα λιμάνια της Πελοποννήσου, με κορυφαίο αυτό της Πάτρας, αλλά και του Κατάκολου, του Αιγίου και του Ξυλοκάστρου, γνωρίζουν σημαντική ανάπτυξη και προσδίδουν στην περιοχή πρωτόγνωρη αίγλη. Την ίδια στιγμή, όμως, εκτός από τις αγροτικές εργασίες και την ανάπτυξη των λιμανιών, η εμπορευματοποίηση και διεθνοποίηση του μονοκαλλιεργούμενου προϊόντος δημιουργεί πολλά νέα επαγγέλματα (σταφιδομεσίτες, σταφιδοπαραλήπτες, πατητές, σταφιδοεξαγωγείς κ.α.), τα οποία διευρύνουν και τους οικονομικούς ορίζοντες της χώρας. Κάπου στο πλαίσιο αυτό κάνουν την εμφάνισή τους στην τότε Ελλάδα και οι πρώτες μεταποιητικές δραστηριότητες, οι οποίες βέβαια απέχουν πολύ από τις αντίστοιχες βιομηχανικές που υπάρχουν και αναπτύσσονται θεαματικά στην Δυτική και Κεντρική Ευρώπη. Στην Ελλάδα της εποχής εκείνης η οικονομία είχε ξεκάθαρα αγροτικό χαρακτήρα, αλλά με θυλάκους αστικής ζωής που προοιωνίζουν νέες συνθήκες και νέο πολιτικό επίπεδο.

Η σταφιδοπαραγωγή και η εμπορία της ενισχύουν τις χερσαίες μεταφορές, οδηγούν στο κτίσιμο αποθηκών και μέσων συσκευασίας, και βεβαίως απαιτούν και κάποιον μηχανικό εξοπλισμό –τον οποίο επιβάλλουν οι ξένοι αγοραστές, που ήθελαν σταφίδα καλά καθαρισμένη και συσκευασμένη. Κάνουν έτσι την εμφάνισή τους οι πρώτες ξυλοβιομηχανίες που κατασκευάζουν κιβώτια, παράλληλα όμως εμφανίζονται και τα πρώτα οινοποιΐα. Περιττό να τονιστεί ότι οι αποθήκες και τα νέα σπίτια χρειάζονται χτίστες, μαρμαράδες, σιδεράδες. Η κατασκευή και η μεταλλουργία ακμάζουν. Παράλληλα, η ευμάρεια των μεγάλων παραγωγών και εμπόρων απαιτεί ράφτρες και μοδίστρες, καταστήματα υφασμάτων και παπουτσιών, κλωστήρια και υφαντουργεία. Οι νεαρές κοπέλλες από τις χαμηλές κοινωνικές τάξεις διδάσκονται σε σεμινάρια την τέχνη της καλτσοπλεκτικής, ή προετοιμάζονται για υπηρετικό προσωπικό στις επαύλεις.

Απαραίτητο στοιχείο για την νεοσύστατη αστική τάξη της περιοχής, αλλά και αναγκαιότητα –καθώς η καλλιέργεια και η ανάπτυξη των δεξιοτήτων των μελών της οικογένειας αποτελούσε την εγγύηση για την καλή διαχείριση του πλούτου– γίνεται η καλή μόρφωση των ευκατάστατων γόνων. Δασκάλες και δάσκαλοι πιάνουν δουλειά, ιδρύονται εμπορικές σχολές, σχολές ξένων γλωσσών και σχολεία –μεταξύ αυτών και το Αρσάκειο Πατρών, καθώς η εποχή συμπίπτει με την αρχή της χειραφέτησης των γυναικών.

Οι Έλληνες σταφιδοπαραγωγοί, για να ανταποκριθούν στις νέες συνθήκες, διεύρυναν με όσα μέσα διέθεταν την σταφιδοκαλλιέργεια, χωρίς να αντιλαμβάνονται τους κινδύνους και χωρίς να βλέπουν το τέλος που όλο και πλησίαζε. «Χορεύουν ενώ χρεοκοπούν», αναφέρει η Αθηνά Κακούρη στο βιβλίο της Πριμαρόλια.

Η σταφίδα ήταν λοιπόν το κύριο εξαγωγικό προϊόν της χώρας και για τριάντα χρόνια προσέφερε μεγάλα κέρδη και εισοδήματα, μαζί με θέσεις εργασίας στην βόρεια και δυτική Πελοπόννησο.


Όλα τα νομίσματα, όμως, έχουν ως γνωστόν δύο όψεις. Έτσι, η πολύ σημαντική γαλλική ζήτηση ανακόπηκε απότομα το 1893, όταν τα γαλλικά αμπέλια θεραπεύτηκαν και έπαψαν να έχουν ανάγκη το ελληνικό προϊόν. Ακόμα χειρότερα, η Γαλλία επέβαλε και δασμολόγιο ακολουθώντας τα βήματα προστατευτισμού της Γερμανίας.

Η πτώση της ζήτησης της σταφίδας ήταν απότομη, γράφει ο Αθανάσιος Γεωργιλάς στον ιστότοπό του. Στο λιμάνι του Λίβερπουλ η τιμή ενός εκατόλιτρου σταφίδας, από 21 σελίνια που κόστιζε το 1892, έπεσε στα 6 σελίνια το 1893 –τιμή που δεν κάλυπτε ούτε τα έξοδα μεταφοράς και βρήκε την αγροτοκοινωνία της ΒΔ Πελοποννήσου απροετοίμαστη, χωρίς οργανωμένο αγροτικό συνδικαλισμό και χωρίς να είχαν αναπτυχθεί αγροτικοί συνεταιρισμοί που να αναλάμβαναν την διανομή της σταφίδας και να συγκρατούσαν τους οικονομικούς κραδασμούς της άστατης αγοράς. Η πτώση των αγροτικών τιμών και της έγγειας προσόδου, το βάρος των χρεών και των φόρων, η φτώχεια σε ολόκληρα χωριά που επεκτεινόταν στα όρια του πάνδημου λιμού, έφεραν αντιμέτωπο τον αγροτικό κόσμο της ΒΔ Πελοποννήσου με συνθήκες πρωτοφανούς απελπισίας. Στην προσπάθειά τους να αποφύγουν την φτώχεια, οι αγρότες προσέφυγαν στην μετανάστευση και σημειώθηκε μεγάλη μετακίνηση των αγροτικών πληθυσμών προς τα κέντρα, χωρίς όμως αυτό να λύνει αλλά, τουναντίον, να συμβάλλει στο πρόβλημα των χρεών και των οφελών. Ενώ όσοι έμειναν, και ήταν αναγκαστικά οι περισσότεροι, προσπάθησαν να στραφούν σε ένα πιο συντηρητικό τρόπο ζωής και στην αυτοκατανάλωση.

Η σταφιδική κρίση δεν έμεινε μόνον στο πλαίσιο των αγροτικών χωριών. Έπληξε παράλληλα και τον υπόλοιπό πληθυσμό των γύρω περιοχών που διατηρούσε οικονομικές σχέσεις με τους σταφιδοπαραγωγούς, διευρύνοντας έναν φαύλο κύκλο και προλειαίνοντας τον δρόμο για την κοινωνική αγανάκτηση. Η σύγκρουση, πρώτα με τους τοκογλύφους και τους εμπορομεσάζοντες και έπειτα με τον φορολογικό και κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους, ήταν αναπόφευκτη. Κύριο δε χαρακτηριστικό της υπήρξε η απελπισία, που τότε πήρε δραματικές διαστάσεις.



                           
Εξέγερση της απελπισίας

Τα βίαια και αιματηρά γεγονότα που ακολούθησαν την σταφιδική κρίση το 1893-1905 ήταν, εκτός των άλλων, και αποτέλεσμα δύο μεγάλων ελλείψεων οργάνωσης του αγροτικού κόσμου. Η οικονομική ανάπτυξη που είχε επιφέρει η εξαγωγή της σταφίδας είχε μεταφέρει το κέντρο βάρους της αγροτικής παραγωγής από την οικοαυτάρκεια της πολυκαλλιέργειας σε αυτό της εντατικής μονοκαλλιέργειας γύρω από την αμπελουργία, καθιστώντας όλον τον αγροτικό πληθυσμό της βορειοδυτικής Πελοποννήσου εξαρτημένο από την σταφίδα. Οι αγρότες της Πελοποννήσου στην συνεχόμενη ζήτηση που είχε η σταφίδα από τα λιμάνια του Λίβερπουλ, του Άμστερνταμ, της Οδησσού και άλλων ευρωπαϊκών πόλεων, αποφασίζουν να ξερριζώσουν όλες τις άλλες φυτείες και τα δέντρα τους προκειμένου να φυτέψουν παντού αμπέλια για να καλύψουν την αιφνίδια γαλλική ζήτηση.

Ωστόσο, η αναβάθμιση της παραγωγής από το επίπεδο του οίκου σε αυτό της συγκεντρωμένης εξαγωγής δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχο επίπεδο οργάνωσης των αγροτών και, όπως αναφέραμε, δεν αναπτύχθηκαν ούτε συνδικαλιστικές οργανώσεις, ούτε αγροτικοί συνεταιρισμοί, που θα οργάνωναν την παραγωγή και την διανομή της σταφίδας και θα απορροφούσαν το βάρος των χρεών και των κρίσεων. Σε αυτή την ανεπάρκεια θα πρέπει να συμπληρώσουμε και την απουσία αγροτικού κόμματος στην περίοδο της σταφιδικής κρίσης – το οποίο, παρά το έντονο αγροτικό στοιχείο στην Ελλάδα, απουσίαζε, για να μπορεί να παρακολουθεί τα προβλήματα του αγροτικού κόσμου και να τα μεταφέρει στο πεδίο του κοινοβουλίου. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της ανεπάρκειας ήταν οι οξύτατες αντιπαραθέσεις στο κοινοβούλιο μεταξύ Θεσσαλών και Πελοποννήσιων βουλευτών για το αν θα προταθεί το νομοσχέδιο για το σιτάρι ή την σταφίδα (Ακρόπολις, 8 Ιουνίου 1904). Οι βουλευτές της Πελοποννήσου κατηγορούσαν τους βουλευτές της Θεσσαλίας ότι οι σιτοπαραγωγοί ήθελαν να αυξήσουν την τιμή του σιταριού επιβάλλοντας νέα φορολογία στον εισαγόμενο σίτο του «λεηλατημένου και πάσχοντος λαού».

Η σταφιδική κρίση περιλαμβάνει σταφιδοπαραγωγούς, εμφυτευτές, εποχιακούς, υπηρέτες, σταφιδεμπόρους, όλα εκείνα τα επαγγέλματα που βρίσκονται σε οικονομικό πλέγμα με τους σταφιδοπαραγωγούς, και τα κατώτερα στρώματα των πόλεων και κυρίως τους χωρικούς που πλήττονταν από φτώχεια. Ξεκινώντας ως μία αγροτική κινητοποίηση, η κρίση της σταφίδας μετατράπηκε με γρήγορους ρυθμούς σε μία τοπική εξέγερση πάνδημου χαρακτήρα.

Τα πρώτα σημάδια της εξέγερσης το 1893 ξεκίνησαν με την τυπική μορφή ενός ξεσπάσματος οργής. Αυθόρμητες αρνήσεις υπακοής και εξοφλήσεων σε κρατικούς οικονομικούς υπαλλήλους συνόδευσαν βίαιες επιθέσεις των χωρικών εναντίον φοροεισπρακτόρων, δικαστικών κλητήρων ή αστυφυλάκων, με σκοπό την εκδίωξή τους όταν αυτοί επιχειρούσαν να εκτελέσουν κατασχέσεις κτημάτων ή εσοδείας. Τα συλλαλητήρια που ακολουθούν είναι πρωτόγνωρα για τον χαρακτήρα και την μαζικότητά τους, γίνονται συνήθως προς τράπεζες ή προς ιδιώτες τοκογλύφους και σε όλες τις περιπτώσεις επαναλαμβάνουν το ίδιο αίτημα για αναστολή των εισπράξεων και των άμεσων φόρων.



Οι αναρχικοί της Πάτρας

Σημαντική συμβολή στα γεγονότα της σταφιδικής κρίσης τού 1893-1905 είχε το διάχυτο κίνημα των αναρχοσοσιαλιστών, με έδρα τους την Πάτρα και τον Πύργο. Η Πάτρα έγινε από πολύ νωρίς κέντρο ανάπτυξης σοσιαλιστικών ιδεών, σε αντιπαράθεση με τις υπόλοιπες πόλεις της χέρσας Ελλάδας. Σε αυτό συνέβαλε ασφαλώς το γεγονός ότι η Πάτρα αποτελούσε ανέκαθεν φιλόξενο λιμάνι για Ιταλούς, κυρίως αυτούς που ήλθαν μετά την επανάσταση τού 1848 και μετέφεραν μαζί με τις αποσκευές τους και τις νεαρές τότε σοσιαλιστικές ιδέες.

Οι αναρχικοί της Πάτρας και της Αχαΐας είχαν συγκροτήσει τον Δημοκρατικό Σύλλογο Πατρών, με όργανό τους εφημερίδα με τίτλο «Ελληνική Δημοκρατία». Στο μοναδικό της φύλλο, τον Μάϊο τού 1877, είχαν τυπώσει ένα είδος προγράμματος που εξέφραζε ιδέες ενός ουμανιστικού αναρχισμού και το καταστατικό του Δημοκρατικού Συνδέσμου του Λαού.

Σε ποιον βαθμό επέδρασαν και υποκίνησαν οι αναρχοσοσιαλιστές την αγροτική εξέγερση; Αυτό είναι πραγματικά δύσκολο να απαντηθεί. Είναι σίγουρο πως τα δύο φαινόμενα συνέπεσαν ιστορικά στον ίδιο χρόνο και στο ίδιο περιβάλλον. Η Καίτη Αρώνη-Τσίχλη υποστηρίζει πως αυτές οι μορφές αγροτικής διαμαρτυρίας αποτελούν πάγια τακτική των αγροτικών πληθυσμών και απαντώνται και σε άλλες χώρες, όπως τις περίφημες Ζακερί (Jacquerie) των γαλλικών αγροτικών εξεγέρσεων. Εξάλλου, από τα ίδια αιτήματα και το περιεχόμενο των αγροτικών αγώνων υπάρχει σαφής απόσταση από το πρόγραμμα των αναρχοσοσιαλιστών. Τα αιτήματα των σταφιδοπαραγωγών ήταν κυρίως παρεμβατικής φύσεως και ζητούσαν από το κράτος την λήψη συγκεκριμένων μέτρων για την απαλλαγή ή τον διακανονισμό των χρεών τους. Τα χρέη αυτά ήταν είτε προς το Δημόσιο, είτε προς την τράπεζα ή προς τους τοκογλύφους. Μαζί με την απαλλαγή τους από αυτά, οι σταφιδοκαλλιεργητές ζητούσαν να σταματήσουν οι δικαστικές διώξεις των φυγόδικων. Γράφει χαρακτηριστικά η Καίτη Αρώνη-Τσίχλη: «Οι σταφιδοπαραγωγοί δεν επιδιώκουν να αλλάξουν το καθεστώς, αλλά μόνον να καταγγείλουν ό,τι δεν τούς αντιπροσωπεύει σε αυτό. Το κράτος δεν εκλαμβάνεται ως έκφραση μίας κυρίαρχης τάξης αλλά ως η μη-έκφραση του αμπελουργικού κόσμου».

Σε κάθε περίπτωση, όμως, η συμμετοχή ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων στην εξέγερση των σταφιδοκαλλιεργητών συνέβαλε και στην εύρεση άλλων, νέων μορφών διεκδίκησης. Σύλλογοι, επιτροπές συλλαλητηρίων, διοργανώσεις κινητοποιήσεων και υπομνήματα στέλνονται προς τον Βασιλιά, την Βουλή και την Κυβέρνηση. Στην Βουλή οι βουλευτές των σταφιδοπαραγωγικών περιοχών σπάνε την κομματική πειθαρχία. Τρικουπικοί και Δεληγιαννικοί βουλευτές συνασπίζονται και προβάλλουν μαζί τις διεκδικήσεις των περιοχών τους. Τελικά, μετά από όλη αυτή την κατάσταση, το κράτος υιοθετεί ένα είδος παρεμβατικής πολιτικής, που παλινδρομεί μεταξύ της ατολμίας και της απροθυμίας του να την εφαρμόσει κυριολεκτικά. Επιχειρεί περιστασιακά ελαττώσεις ή παραγραφές χρεών, ιδρύει την Σταφιδική Τράπεζα, ασκεί παρεμβατική πολιτική ιδρύοντας τον Αυτόνομο Σταφιδικό Οργανισμό και παίρνει μία σειρά από άλλα μέτρα με την ίδρυση της «Ενιαίας προς προστασίαν της παραγωγής και της εμπορίας της σταφίδας».

Αντί επιλόγου στο θέμα αυτό, παραθέτουμε από την Καίτη Αρώνη-Τσίχλη: «Τελειώνοντας θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το κίνημα των σταφιδοπαραγωγών επαρχιών της Πελοποννήσου κατά την σταφιδική κρίση ως απολιτικό. Θα μπορούσαμε επίσης να προσθέσουμε ότι οι σταφιδοπαραγωγοί προβλήθηκαν ως το σύμβολο όσων θεωρούνταν ότι αδικούνται από την υπόλοιπη κοινωνία. Κίνημα εξέγερσης κατά της οικονομικής καταστροφής και της εξαθλίωσης, το αγροτικό κίνημα των ετών της μεγάλης σταφιδικής κρίσης άφησε βαθειά σημάδια στην συλλογική τοπική ψυχολογία. Υπήρξε η διαμαρτυρία ενός πληθυσμού που προσπαθούσε όχι μόνον να διατηρήσει τις συνθήκες διαβίωσής του, αλλά επίσης έναν τρόπο ζωής βασισμένον στην κουλτούρα του αμπελιού».

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι το σταφιδικό ζήτημα υπήρξε για την Ελλάδα το εφαλτήριο για την εκκόλαψη του πελατειακού κράτους, αλλά και το φυτώριο μίας τεράστιας πολιτικής απάτης με ρούχα σοσιαλιστικά. Καμμία από τις βασικές προϋποθέσεις που συνέτρεχαν στην Δύση ώστε να αναπτυχθεί το σοσιαλιστικό κίνημα δεν συνέτρεχε στην Ελλάδα τού 19ου αιώνα.

Στην Ελλάδα τού 19ου αιώνα, οι με μαρξικούς όρους αποκαλούμενες «ταξικές σχέσεις» δεν οφείλονταν ούτε στην ανάπτυξη της βιομηχανίας, αλλά ούτε και σε πρωτογενή συσσώρευση κεφαλαίου. Σε μεγάλο βαθμό προέκυψαν μέσα από το ζήτημα των εθνικών γαιών και την πολιτική του διαχείριση, ιδιαίτερα δε στην περιοχή της Αχαΐας.

Εθνικές γαίες ονομάζουμε τα δημόσια κτήματα (καλλιεργούμενες, δασώδεις ή χέρσες εκτάσεις) που πριν από τον πόλεμο της ανεξαρτησίας το 1821 ανήκαν στο τουρκικό Δημόσιο, ή αυτά των οποίων το εισόδημα προοριζόταν για την εξυπηρέτηση των τουρκικών ευαγών ιδρυμάτων.

Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να τονιστεί και έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι, κατά την περίοδο της οθωμανικής κυριαρχίας, οι πρόκριτοι αντλούσαν την δύναμή τους από τα δικαιώματά τους να διαχειρίζονται και να εισπράττουν τους φόρους από μεγάλες εκτάσεις γης και όχι από το δικαίωμα κυριότητος επί των εκτάσεων αυτών, οι οποίες ανήκαν στον Σουλτάνο. Μία επίπτωση του οθωμανικού δικαίου –το οποίο θεωρούσε ότι όλη η γη ανήκει στον Σουλτάνο– ήταν ότι η είσπραξη των φόρων και των άλλων δικαιωμάτων, μέσω της ισόβιας εκμίσθωσης της γης, μπορούσε να μεταφραστεί σε δικαίωμα ουσιαστικής ιδιοκτησίας. Αναγνωριζόταν επίσης το δικαίωμα κατοχής επί ακαλλιέργητων εκτάσεων, το ταπί (tapu). Τα δικαιώματα αυτά αποτέλεσαν και τους κύριους τίτλους με βάση τους οποίους οι πρόκριτοι ιδιοποιήθηκαν μεγάλες εκτάσεις γης μετά την λήξη του πολέμου της ανεξαρτησίας.

Το κράτος αναγνώρισε και νομιμοποίησε, έτσι, την κατοχή μεγάλων τμημάτων γης. Παρόλα αυτά, σημαντικές εκτάσεις παρέμειναν μετά την ανεξαρτησία στον έλεγχο της κυριότητας του Δημοσίου. Το ελληνικό κράτος αναγνώριζε μεν την ανάγκη να διανεμηθούν οι εθνικές γαίες σε ακτήμονες αγρότες, όμως καθυστέρησε επί αρκετές δεκαετίες την απόφαση για τον τρόπο διανομής τους –γεγονός που οφειλόταν σε πολιτικούς κυρίως υπολογισμούς. Το πρόβλημα γίνεται περισσότερο περίπλοκο επειδή σημαντικό τμήμα των εν λόγω εκτάσεων του Δημοσίου κατείχαν και καλλιεργούσαν αγρότες που είτε είχαν καταπατήσει την γη, είτε είχαν κάποιο εμπράγματο δικαίωμα επ’ αυτής (εμφυτευτική επικαρπία).

Σύμφωνα με τις νεότερες αναλύσεις για την ελληνική κοινωνία και πολιτική τού 19ου αιώνα, η δημιουργία και διατήρηση των εθνικών γαιών οφείλεται κατά κύριο λόγο στον φόβο ανάπτυξης μίας ισχυρής τάξης γαιοκτημόνων και στην ενδεχόμενη υπέρμετρη ενίσχυση της κοινωνικής και οικονομικής θέσης των τοπικών προυχόντων. Η άρνηση του νεοσύστατου κράτους να παραχωρήσει ή να εκπλειστηριάσει την δημόσια γη μετά την αποχώρηση των Οθωμανών, οδήγησε σε μία σημαντική ρήξη στην διαδικασία εξέλιξης των κοινωνικών σχέσεων, κυρίως σε σχέση με τα παραδοσιακά ηγετικά στρώματα, που βρέθηκαν σε σοβαρή αδυναμία αναπαραγωγής της κυριαρχίας τους.

Το γεγονός ότι οι τοπικοί προύχοντες δεν μπόρεσαν να ιδιοποιηθούν την εθνική γη οδήγησε στο επιχείρημα ότι, ακριβώς η αδυναμία δημιουργίας μεγάλης εγγείου ιδιοκτησίας και η συνακόλουθη οικονομική δυσχέρεια, ώθησαν τους τοπικούς προκρίτους στην ενασχόλησή τους με την πολιτική και στην          –τελικώς επιτυχή– προσπάθειά τους να ελέγξουν και να εκμεταλλευτούν τον κρατικό μηχανισμό. Η εμπλοκή των προκρίτων στην πολιτική και η εκμετάλλευση των πλεονεκτημάτων που προσπόριζαν οι θέσεις στην διοίκηση και την πολιτική σκηνή είναι γεγονός γενικά αποδεκτό και συνδέεται με την αναπαραγωγή και επέκταση των πελατειακών δικτύων και την εγκαθίδρυση αντιπροσωπευτικού συστήματος, η κατάκτηση του οποίου, το 1843, θεωρείται σημαντική νίκη των τοπικών ηγετικών ομάδων.

Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο άρχισε να αναπτύσσεται η ελληνική οικονομία –η οποία, όμως, από πολλές πλευρές, απείχε σοβαρά από τον δυτικό οικονομικό μοντερνισμό. Αυτή η απόσταση, κατά την εκτίμησή μας, είναι και η κύρια αιτία της κατάρρευσης τόσο της μεταπολεμικής αχαϊκής βιομηχανίας  και οικονομίας, όσο και της γενικότερης κακοδαιμονίας της χώρας.



Αθανάσιος Παπανδρόπουλος
Author: Αθανάσιος Παπανδρόπουλος
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Επίσης διαδικτυακά, αρθρογραφεί στο Εuro2day.gr,στο EBR και στο αγγλόφωνο European Business Review. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.

BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS