Του Γιώργου Λ. Μαργαρίτη
Το ζήτημα της Μακεδονίας ήταν πάντα ένα ζήτημα αμφισβητήσεων , συγκρούσεων και αναστάτωσης στα Βαλκάνια τουλάχιστον τα τελευταία 150 χρόνια. Μετά την πτώση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας έληξε μια μακρά περίοδος, όπου στην περιοχή κυριαρχούσαν πάντα μεγάλες αυτοκρατορίες. Με το τέλος αυτής της εποχής άρχισαν να αναζητούνται οι εθνικές ταυτότητες των ανθρώπων που κατοικούσαν στην περιοχή, καθώς επίσης και να δημιουργούνται τα σύνορα των νέων εθνικών κρατών. Πάνω σε αυτές τις αλλαγές, στις αρχές του προηγούμενου αιώνα εμφανίστηκε να ερίζουν 3 κράτη για τα εδάφη της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας. Και σε αυτό το σημείο θα πρέπει να διευκρινιστεί τι σημαίνει γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας και τι σημαίνει ιστορική περιοχή της Μακεδονίας ως συνέχεια μιας ιστορικής κληρονομιάς από τα αρχαία χρόνια. Αν δεν κατανοήσουμε αυτήν την διαφορά δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πως γεννήθηκαν όλες αυτές οι συγκρούσεις στην Βαλκανική και πως οφείλουμε να τις επιλύσουμε ειρηνικά.
Ως ιστορική Μακεδονία νοείται φυσικά η ιστορική συνέχεια και κληρονομιά του χώρου εκείνου, που δέσποζε το βασίλειο των Μακεδόνων πριν την επέκτασή του από τον Φίλιππο τον Β’ και τον γιό του Μακεδόνα βασιλιά Αλέξανδρο τον Μέγα. Έτσι διαβάζουμε από τις πηγές ότι το βασίλειο των Μακεδόνων αναπτύχθηκε γύρω από την περιοχή της Πέλλας και των Αιγών στην πεδιάδα της Κεντρικής Μακεδονίας και επεκτεινόταν λίγο βορειότερα από τα σημερινά βόρεια σύνορα της Ελλάδος συμπεριλαμβανομένων και των περιοχών που βρίσκεται σήμερα η πόλη της Πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας Μπιτόλα ( παλιότερα Μοναστήρι).
Μετά την εκστρατεία του Μ. Αλεξάνδρου το βασίλειο της Μακεδονίας επεκτάθηκε κι έγινε αυτοκρατορία μέχρι την Ινδία που όμως διαμελιζόμενο αργότερα με το θάνατο του μακεδόνα βασιλιά χωρίστηκε σε κράτη-αυτοκρατορίες. Το βασίλειο της Μακεδονίας μετά το 300 π.χ άρχισε πάλι να σχηματοποιείται και να επιστρέφει στις αρχικές του ιστορικές του και γεωγραφικές καταβολές. Έτσι πριν στο χάραμα της Ρωμαϊκής εποχής πάλι το βρίσκουμε με επίκεντρο την πεδιάδα της Κεντρικής Μακεδονίας γύρω από την Πέλλα και τις Αίγες όμως αρκετά πιο διευρυμένο προς βορρά σε σχέση με την αρχική του ιστορική φάση του 450 π.χ.
Έτσι στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και κατοχής άλλαξαν τα γεωγραφικά όρια εκείνου του ιστορικού αρχαίου ελληνικού βασιλείου και η ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας ταυτίστηκε με ένα πιο μεγάλο γεωγραφικό κομμάτι που περιελάμβανε περισσότερα εδάφη στο βόρειο μέρος του. Έτσι το 168 π.X. με την ήττα του τελευταίου Μακεδόνα βασιλιά Περσέα στην Πύδνα οι Ρωμαίοι με την συνθήκη της Αμφίπολης κατακτούν την Μακεδονία και την χωρίζουν σε 4 διοικητικές περιφέρειες τις μερίδες.
Με την επικράτηση των Ρωμαίων η Ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας έλαβε μεγαλύτερες γεωγραφικές διαστάσεις περιλαμβάνοντας πλέον και μέρη της Ηπείρου και της Θεσσαλίας.
Κατά τους αυτοκρατορικούς χρόνους (30 π.Χ. - 285 μ.Χ.), η ρωμαϊκή επαρχία της Μακεδονίας επεκτάθηκε εδαφικά ακόμη περισσότερο, και συγκεκριμένα από την Αδριατική μέχρι το Νέστο και από τις οροσειρές νότια των Σκοπίων έως το Μαλιακό κόλπο και τις εκβολές του ποταμού Σπερχειού. Η επέκταση αυτή οφειλόταν κυρίως σε διοικητικούς λόγους και δεν ανταποκρινόταν διόλου στα ιστορικά όρια της Μακεδονίας.
Με τη δημιουργία της επαρχότητας (praefectura) του Ανατολικού Ιλλυρικού, η Μακεδονία διαιρέθηκε δύο φορές σε δύο διαφορετικές επαρχίες. Αρχικά, στη Μακεδονία και τη Macedonia Salutaris (δημιουργήθηκαν γύρω στα 379-380 μ.Χ. και διατηρήθηκαν μέχρι το τέλος του 4ου ή τις αρχές του 5ου αιώνα) και, αργότερα, στη Macedonia Prima (Μακεδονία Πρώτη) και τη Macedonia Secunda (Μακεδονία Δευτέρα) που ιδρύθηκαν γύρω στο 450 μ.Χ.
Προχωρώντας την έρευνα στα μετέπειτα βυζαντινά χρόνια παρατηρούμε ότι αυτές οι δύο Μακεδονίες Πρώτη και Δεύτερη διατηρούνται μέχρι και το 650 μ.Χ. (Στον Συνέκδημον του Ιεροκλή (δεύτερο μισό 6ου αιώνα) η Μακεδονία Πρώτη εμφανίζεται να έχει τριάντα δύο πόλεις, ενώ η Μακεδονία Δευτέρα οκτώ.).
Έπειτα αλλάζει η διοικητική διαίρεση και δημιουργούνται τα βυζαντινά θέματα. Έτσι βρίσκουμε στον 9ο αιώνα μ.χ την ύπαρξη ενός Μακεδονικού θέματος με άλλα γεωγραφικά όρια και με πρωτεύουσα την Ανδριανουπολη .Το συγκεκριμένο δεν σχετίζεται εδαφικά με την ιστορική Μακεδονία, γεγονός που το γνώριζαν πολύ καλά και οι Βυζαντινοί, αφού αναφέρονταν σε αυτό ως θέμα «Μακεδονίας Θράκης» ή «Μακεδονίας κατά Θράκην».
Σε αυτήν την εποχή και λίγο νωρίτερα παρατηρείται η εισροή σλαβικών φύλων στην περιοχή της Μακεδονίας. Η Στρατιωτική Εγκυκλοπαίδεια της πρώην Γιουγκοσλαβίας κατατάσσει τους προγόνους των σημερινών κατοίκων της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας ως Σλάβους, ανθρώπους των πρώτων σλαβικών φυλών όπως οι Βερεζίτοι, οι Δραγουβίτοι, οι Σμόλιανοι, οι Ρίνχινοι, οι Βελεγιζίτοι και άλλοι, οι οποίοι εισήλθαν στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία τον 6ο και τον 7ο αιώνα μ.Χ.
Εδώ και 1400 χρόνια κατοικούν αδιάλειπτα σε αυτή την περιοχή και φυσικά μετά την πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μαζί με τους Έλληνες της περιοχής άρχισαν να δημιουργούν τις πρώτες εστίες ανεξαρτησίας. Στο πλαίσιο αυτό ένα μεγάλο τμήμα αυτών των σλαβικών ομάδων, κυρίως εκείνες που κατοικούν εντός των ορίων υφίσταται μια μείζονα αλλαγή ταυτότητας στο πλαίσιο των κινημάτων του Μακεδονισμού, αποτέλεσμα της πολιτικής τάσης της Ελλάδας, της Σερβίας και της Βουλγαρίας για διεκδίκηση της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας από τα τέλη 19ου αι. και αρχές του 20ού αι. Ιδιαίτερα στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Χένρι Νόελ Μπράιλσφορντ, δημοσιογράφος σύγχρονος της εποχής, περιέγραψε τους Σλάβους ομιλητές της γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας ως σχετιζόμενους, τόσο με τους Σέρβους όσο και με τους Βουλγάρους, χωρίς να τους αποδίδει ξεκάθαρη εθνικής συνείδηση, αποδεχόμενος ωστόσο ότι τμήμα του πληθυσμού είναι «οριστικά σερβικό», ενώ ένα άλλο τμήμα «καθαρά βουλγαρικό». Περιγράφοντας στο αυτοβιογραφικό του αντιπολεμικό μυθιστόρημα Η ζωή εν τάφω την ανάρρωσή του κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στο Μακεδονικό Μέτωπο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου στο σπίτι μιας αγροτικής οικογένειας στη Βελούσινα, ένα σλαβόφωνο πατριαρχικό χωριό κοντά στο Μοναστήρι, ο Έλληνας λογοτέχνης Στράτης Μυριβήλης έγραψε για τους κατοίκους του χωριού ότι «δὲ θέλουν νἆναι μήτε «Μπουλγκάρ», μήτε «Σρρπ» μήτε «Γκρρτς». Μοναχὰ «μακεντόν όρτοντοξ».
Με τους Βαλκανικούς πολέμους και την συνθήκη του Βουκουρεστίου το 1913 η γεωγραφική περιοχή της Μακεδονίας όπως αποτυπώνεται στους Ρωμαικούς χρόνους περισσότερο, χωρίζεται σε τρία κράτη με το μεγαλύτερο μέρος της (και σημαντικότερο καθώς σχεδόν ταυτίζεται με το αρχαίο ιστορικό μέρος) να παραχωρείται στο ελληνικό κράτος ενώ τα άλλα δύο μικρότερα στην Σερβία και στην Βουλγαρία.
Το 1944 με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ο Τίτο ιδρύει την Ομοσπονδία της Γιουγκοσλαβίας στην οποία ένα από τα κρατίδια της είναι η λεγόμενη Λαική Δημοκρατία της Μακεδονίας.
Κι ερχόμαστε στο σήμερα και στην Συμφωνία των Πρεσπών.
Έπειτα από την ιστορική αναδρομή και την περιήγηση μας στους γεωγραφικούς και ιστορικούς χάρτες διακρίνεται πλέον ξεκάθαρα το πόσο ουσιαστικό είναι για την λύση του ζητήματος το άρθρο 7 της συμφωνίας. Η ιστορική κληρονομιά της Αρχαίας Μακεδονίας ανήκει ξεκάθαρα στην ελληνική ιστορία και πολιτισμό. Όταν λοιπόν τονίζουμε ότι η Μακεδονία είναι Ελληνική θα πρέπει να επεξηγούμε ότι ομιλούμε για την ιστορική παρακαταθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Μακεδονίας και όχι του γεωγραφικού εκείνου τόπου που διαδέχτηκε τα αρχαία ελληνικά χρόνια με τις μεγάλες διαδοχικά αυτοκρατορίες . Με την έλευση των σλάβικων φύλων στο γεωγραφικό χώρο της Μακεδονίας πλέον ξεκινάει ο πολιτισμός και η ιστορική διαδρομή των Σλαβομακεδόνων με όλες τις προεκτάσεις όπως είναι και η γλώσσα η οποία είναι νοτιοσλαβικής προέλευσης. Όλα αυτά αποδεικνύονται από τις ιστορικές πηγές. Κανείς μετά την συμφωνία των Πρεσπών δεν μπορεί να υφαρπάξει την ελληνική κληρονομιά της ιστορικής αρχαίας Μακεδονίας. Διαβάζουμε λοιπόν πολύ προσεκτικά στο κείμενο της συμφωνίας :Σύμφωνα με την παράγραφο 7.1 συνομολογείται ότι οι όροι Μακεδονία και Μακεδόνας αναφέρονται σε διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο και πολιτιστική κληρονομιά. Πράγματι όπως είδαμε ιστορικά αυτό διακρίνεται ξεκάθαρα. Η αρχαία ιστορική Μακεδονία δεν είναι η ίδια με την γεωγραφική Μακεδονία έτσι όπως την γνωρίζουμε σήμερα κι όπως διαμορφώθηκε μετά το πέρασμα των μεγάλων αυτοκρατοριών.
Στην παράγραφο 7.2 αναλύεται διεξοδικά καθώς το Πρώτο μέρος της σύμβασης (η Ελλάδα) με τους παραπάνω όρους εννοεί την περιοχή και το πληθυσμό του βόρειου γεωγραφικού διαμερισματός της ως ουσιαστικά μοναδικού κληρονόμου του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και της ιστορίας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Διαχωρισμός που βάζει τέλος στις αλυτρωτικές τάσεις των γειτόνων και την υποκλοπή της καταγωγής τους από τους αρχαίους Μακεδόνες. Πιο ξεκάθαρο δεν γίνεται.
Στην παράγραφο 7.3 διακρίνονται από τα χαρακτηριστικά του ελληνικού αρχαίου πολιτισμού, τα χαρακτηριστικά του πολιτισμού των Σλαβομακεδόνων που ήρθαν στην περιοχή τον 7ο αιώνα μ.Χ.
Κι ερχόμαστε στην πολύ σημαντική παράγραφος 7.4 στην οποία τονίζεται ότι η λεγόμενη μακεδονική γλώσσα του δεύτερου μέρους ουδεμία σχέση δεν έχει με τον αρχαίο πολιτισμό της Μακεδονίας κι ανήκει ξεκάθαρα στις νοτιοσλαβικές γλώσσες.
Το άρθρο 7 στο σύνολό του σέβεται την ιστορική διαδρομή της περιοχής, ξεκαθαρίζει την πολιτιστική κληρονομιά της Αρχαίας Μακεδονίας (ξεκάθαρα ελληνική), αναγνωρίζει έναν μεταγενέστερο σλαβομακεδονικό πολιτισμό που αναπτύχθηκε μέσα στα Βυζαντινά χρόνια με την έλευση των σλαβικών φύλων που όμως δεν έχει καμμιά σχέση με τον αρχαίο μακεδονικό που είναι ξεκάθαρα ελληνικός και επιλύει το ζήτημα χωρίς παρερμηνείες. Δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση πάνω σε αυτό.
Συμπέρασμα : Με το άρθρο 7 της συνθήκης των Πρεσπών μπαίνει ταφόπλακα στα όνειρα των Σλαβομακεδόνων να οικειοποιηθούν την ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και του Φιλίππου του Β’. Κι αντί αυτό να μας χαροποιεί, μας βρίσκει στην πλειοψηφία σαν λαό στα όρια της παράνοιας. Να μην μπορούμε να διακρίνουμε δηλαδή λογικά τα νοήματα πίσω από ένα κείμενο που ενώνει λαούς σεβόμενο τα χαρακτηριστικά και την ιστορία του καθενός. Και να μιλάμε αυθαίρετα για προδοσίες , για ξεπούλημα της Μακεδονίας και για άλλα επικίνδυνα πράγματα για τα οποία δεν γνωρίζουμε ιστορικά ούτε τα βασικά… Κι αυτό είναι το αποτέλεσμα της ημιμάθειας μας ως λαού στην σημερινή εποχή. Δυστυχώς…
BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS


Η εφημερίδα Το Βήμα της Αιγιάλειας κυκλοφόρησε το 1975 λίγους μήνες μετά την Μεταπολίτευση από τον δημοσιογράφο Φάνη Ζουρόπουλο και για 40 χρόνια ταυτίστηκε με την κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική και αθλητική ζωή της Αιγιάλειας.