Γιατί έχουμε μια συμφωνία από τέσσερις πυκνογραμμένες σελίδες εφημερίδας, που κάθε ένας της όρος, σχεδόν ευνοεί και προωθεί συμφέροντα της ΠΓΔΜ και όχι δικά μας; Είναι πολύ απλό: γιατί η συμφωνία έγινε από ατζαμήδες, μαθητευόμενους μάγους...
Γράφει ο Απόστολος Δοξιάδης
Τελευταία κυκλοφορεί ένας προπαγανδιστικός μύθος που θίγει εκατομμύρια συμπατριώτες μας. Ο μύθος λέει ότι όσοι στηρίζουν την Συμφωνία των Πρεσπών είναι άνθρωποι μετριοπαθείς, λογικοί, φιλελεύθεροι, φωτισμένοι, ευρωπαϊστές και προοδευτικοί —καλοί άνθρωποι, με δυο λόγια—ενώ όσοι της αντιτίθενται είναι φανατικοί, παράλογοι, προγονόπληκτοι, ακραίοι, σκοταδιστές, γενικώς οπισθοδρομικοί, συντηρητικοί, ίσως και αρτηριοσκληρωτικοί, υπερεθνικιστές, ακροδεξιοί, φασίστες ενίοτε —με άλλα λόγια κακοί άνθρωποι ή, επιεικέστερα, υπανάπτυκτοι κάφροι.
Ο μύθος αυτός αρχικά καθοδηγείται από τα υπόγεια του Μαξίμου και προωθήθηκε ως στοιχείο της στρατηγικής του ΣΥΡΙΖΑ για να διασπάσει τη Νέα Δημοκρατία, αναδεικνύοντάς την σε ακροδεξιό κόμμα. Αυτό απέτυχε, αλλά ο μύθος παραμένει σε κυκλοφορία, προσπαθώντας να διασπάσει την Κεντροαριστερά.
Αλλά δυστυχώς, πέραν των κυβερνητικών δημιουργών του, ο μύθος βρίσκει ανταπόκριση και σε ανθρώπους που δεν είναι ούτε οπαδοί του ΣΥΡΙΖΑ, ούτε ανόητοι, ούτε κακοπροαίρετοι άνθρωποι. Πολλοί καλοί μου φίλοι, άνθρωποι που εκτιμώ και σέβομαι για το ήθος και τη νοημοσύνη τους, είναι υπέρ της Συμφωνίας των Πρεσπών. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό — άποψή τους. Αλλά στενοχωριέμαι όταν κάποιοι από αυτούς υποστηρίζουν ότι όλοι όσοι αντιτίθενται στη Συμφωνία ανήκουν στις ως άνω, σκοταδιστικές κατηγορίες. Υπ᾽όψη, οι φίλοι μου υποστηρικτές της Συμφωνίας δεν είναι αφελείς, ούτε παρασύρθηκαν από τους προπαγανδιστές του Μαξίμου. Απλώς, κάποια τους αντανακλαστικά κούμπωσαν με στοιχεία της κυβερνητικής ρητορικής που υποστηρίζει τις Πρέσπες.
Εγώ, πάντως, το δηλώνω: είμαι εναντίον της Συμφωνίας των Πρεσπών. Ευτυχώς, τους φίλους μου που είναι υπέρ της Συμφωνίας δεν χρειάζεται να τους πείσω ότι δεν είμαι φανατικός, υπερεθνικιστής, ακροδεξιός, παλιόμουτρο ή διανοητικώς ανάπηρος. Το ξέρουν γιατί με ξέρουν καλά, και με τιμούν με την εμπιστοσύνη τους. Τη θέση μου αυτή, κατά της Συμφωνίας, πιστεύω κατά συνέπεια ότι την αποδίδουν σε κάποιο μου κουσούρι, ίσως και στην αντιπάθειά μου στην παρούσα κυβέρνηση —την οποία παρεμπιπτόντως, κάποιοι από αυτούς συμμερίζονται. Μπορεί να θεωρούν ότι στο συγκεκριμένο αυτό θέμα η αντιπάθειά μου με τυφλώνει, και με κάνει αντί να χτυπάω το γαϊδούρι να χτυπάω το σαμάρι, δηλαδή αντί να κατηγορώ τον ΣΥΡΙΖΑ κατηγορώ τη Συμφωνία. (Παρεμπιπτόντως, αν είχα ένα τέτοιο δίλημμα, κυριολεκτικό όχι μεταφορικό, σαφώς θα προτιμούσα να χτυπήσω το σαμάρι: αγαπώ πολύ τα γαϊδουράκια.)
Αλλά οι υπέρ της Συμφωνίας φίλοι μου συνεχίζουν να με αγαπούν, παρά το κουσούρι ή το λάθος μου, βάσει της αρχής «αγάπα τον φίλο σου με τα ελαττώματά του». Τους ευχαριστώ γι᾽αυτό. Αλλά θέλω παρά ταύτα να εξηγήσω δημόσια την άποψή μου για τη Συμφωνία, και για τους φίλους μου υποστηρικτές της, αλλά και για όλους τους άλλους, είτε είναι υπέρ της Συμφωνίας και έχουν ακόμη κάποια διάθεση να συζητήσουν, είτε είναι κατά, αλλά νοιώθουν μειονεκτικά, διστακτικοί ή και αδύναμοι να το εκφράσουν, για να μη θεωρούν φανατικοί, υπερεθνικιστές, κ.λπ.
Ξεκινώ λέγοντας ότι έχω δηλώσει από την αρχή της συζήτησης για το θέμα, προ έτους περίπου (εδώ), ότι πιστεύω σε δυο πράγματα που ίσως φαίνονται σε κάποιους αντιφατικά. Συγκεκριμένα:
α) Πιστεύω ήδη από τη δεκαετία του 1990 ότι η αποδοχή της μεικτής ονομασίας για την ΠΓΔΜ, erga omnes, θα είναι επιτυχία για την Ελλάδα. Και το πιστεύω ακόμη περισσότερο όσο περνά ο χρόνος, καθώς ζω μεγάλο μέρος του χρόνου και ταξιδεύω στο εξωτερικό. Ο λόγος είναι απλούστατος και πηγάζει από την πραγματικότητα: αυτή τη στιγμή, όλες οι μεγάλες δυνάμεις, ΗΠΑ, Κίνα, Ρωσία, οι περισσότερες κυβερνήσεις του πλανήτη, και η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών όλων των χωρών, αποκαλούν τη γείτονα απλώς «Μακεδονία». Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει κανείς εύκολα, βλέποντας τι γίνεται εκτός Ελλάδος, αλλά και παρακολουθώντας τη διεθνή επικαιρότητα, από την πολιτική αρθρογραφία, τις ειδήσεις στην τηλεόραση ή το διαδίκτυο, μέχρι την τελευταία στήλη κουτσομπολιού και την καθημερινή συνομιλία απλών ανθρώπων. Σήμερα η ονομασία «Μακεδονία» για τη γείτονα είναι διεθνώς στάτους κβο—αυτό είτε μας αρέσει είτε όχι. Η υποχώρηση λοιπόν από αυτή την κατάσταση, έστω και αν μείνει μόνο στα επίσημα έγγραφα της συγκεκριμένης χώρας, των διεθνών οργανισμών και των ξένων κυβερνήσεων, θα είναι μεγάλη επιτυχία. (Γιατί επί της ουσίας, πιστεύω ότι τουλάχιστον για πολλά χρόνια, στην καθημερινή πρακτική οι περισσότεροι ξένοι θα συνεχίσουν να αναφέρονται στη γείτονα ως «Μακεδονία», όποια συμφωνία και να κάνουμε —οι συνήθειες πεθαίνουν πολύ δύσκολα). Το να πετύχουμε τη μετονομασία της χώρας στα επίσημα όργανα δεν είναι διόλου αμελητέο. Είναι ένα βήμα προς τα μπρος: από το σκέτο «Mακεδονία» στο «Μακεδονία-και-κάτι-άλλο» λογίζεται σαφέστατα ως επιτυχία.
β) Πιστεύω όμως ταυτόχρονα ότι, από την στιγμή που το ζήτημα ήρθε ξανά στην επικαιρότητα πρόσφατα, ύστερα από ξένη πίεση, που εκμεταλλεύτηκε τη διαλλακτικότητα του πρωθυπουργού Ζάεφ, ο χειρισμός του θέματος από την κυβέρνηση Τσίπρα ήταν εξ αρχής άθλιος, και παρέμεινε, γινόμενος αθλιότερος όσο περνάει ο καιρός. Κι αυτό γιατί αντί ο Πρωθυπουργός —που με το πρώτο ενικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί τελευταία στην ομιλία του δείχνει πως θέλει πλέον να χρεώνεται όλες τις πράξεις της κυβέρνησής του στο ακέραιο— να αναγνωρίσει στο θέμα της ονομασίας τη μεγάλη ευκαιρία να κινηθεί στην εθνικά σωστή κατεύθυνση, βάσει της παραπάνω επισήμανσης (α), το εργαλειοποίησε κομματικά εξ αρχής.
Αυτό το έκανε για λόγους εσωτερικής κατανάλωσης, κομματικής εκμετάλλευσης, παλαιοπολιτικούς όσο δεν παίρνει άλλο: πρωτίστως για να καταφέρει να πλήξει τη Νέα Δημοκρατία, ιδανικά προσάπτοντάς της την ταμπέλα της «ακροδεξιάς» που βολεύει τη νέα ρητορική του και, δευτερευόντως, εκ του περισσού, να βλάψει άλλα μικρότερα κόμματα. Αυτό ήταν ολέθριο λάθος του, πιστεύω. Γιατί με τον τρόπο που επέλεξε να πολιτευτεί στο θέμα, αντί να επιδιώξει, και πιθανότατα να καταφέρει, μια κοινή εθνική γραμμή, που θα οδηγούσε σε μια συμφωνία απολύτως αξιοπρεπή για την Ελλάδα, δημιούργησε περισσότερους και φανατικότερους εσωτερικούς εχθρούς.
Δυστυχώς, επιβεβαίωσε ό,τι χειρότερο ξέραμε γι᾽αυτόν: αντιμετώπισε το θέμα της επίλυσης ενός ευαίσθητου διακρατικού ζητήματος με όλη την ανευθυνότητα, ιδιοτέλεια και ανεπάρκεια που πηγάζει από τις περιορισμένες δυνατότητες που χαρακτηρίζουν και τον ίδιο, και το στελεχικό δυναμικό του κόμματός του. Αντί δηλαδή να επιστρατευθεί για τη βέλτιστη συμφωνία ο ελληνικός πολιτικός και διπλωματικός κόσμος, με την πρωτοκαθεδρία μεν της κυβέρνησης, αλλά συντεταγμένος και ομονοών, την διαπραγμάτευση την έκαναν ο Τσίπρας, ο Κοτζιάς, ο Κατρούγκαλος, και οι χαμηλοτάτου επιπέδου διπλωματικοί τους σύμβουλοι, έχοντας για να τους σιγοντάρουν στα θεωρητικά, και να τους λιβανίζουν γενικότερα, οι ελάχιστου πνευματικού αναστήματος διανοούμενοι του κόμματός τους, καθώς και διάφοροι ιδεοληπτικοί αριστεροί κομματάνθρωποι. To αποτέλεσμα ήταν ανάλογο των πρωτομαστόρων του.
Για τη σημερινή μορφή της Συμφωνίας φταίει απολύτως η κυβέρνηση ή, αφού του αρέσει τόσο το πρώτο ενικό, ο Πρωθυπουργός.
Η Συμφωνία όχι μόνο δεν είναι η καλύτερη δυνατή, αλλά μάλλον είναι η χειρότερη δυνατή, στα πλαίσια που έθεσαν οι ξένοι σύμμαχοι. Κι αυτό γιατί αντί να ξεκινήσουμε, ως οφείλαμε, από την αντικειμενική αλήθεια της παραδοχής (α) περί του ότι σήμερα το «Μακεδονία» αποτελεί στάτους κβο —και δεν υπάρχει σοβαρός πολιτικός που να μην ξέρει ότι αυτή είναι αντικειμενική— και να φροντίσουμε με κάποιο απλό αντάλλαγμα να το ανατρέψουμε, περάσαμε στα πολιτικά παιχνίδια που μας δέσμευσαν στη σημερινή συμφωνία, σχεδιασμένη στα Σκόπια, με τις πλάτες κάποιων διεθνών υποστηρικτών τους.
Η συμφωνία είναι άθλια όχι γιατί αναγνωρίζει το «Βόρεια Μακεδονία» ως erga omnes ονομασία της ΠΓΔΜ, αλλά γιατί από εκεί και πέρα είναι απολύτως μαξιμαλιστική
συνέχεια του άρθρου στο https://www.protagon.gr/apopseis/giati-i-symfwnia-twn-prespwn-einai-lathos-44341767208
BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS


Η εφημερίδα Το Βήμα της Αιγιάλειας κυκλοφόρησε το 1975 λίγους μήνες μετά την Μεταπολίτευση από τον δημοσιογράφο Φάνη Ζουρόπουλο και για 40 χρόνια ταυτίστηκε με την κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική και αθλητική ζωή της Αιγιάλειας.