Γράφει ο Αθανάσιος Κούστας

Όσο αξίζεις εσύ κι η καρδιά σου η χρυσή δεν αξίζουν μαζί ο ουρανός κι όλη η γη, κι όλη η γη. Όλοι οι άντρες ποθούν στην καρδιά σου να μπουν κι επειδή μ’ αγαπάς με μισούν, με μισούν, με μισούν…

Ήταν άνοιξη του 1963, όταν από το βάθος του μαγαζιού έβγαινε αυτή η καθαρή φωνή με τα ωραία λόγια κι έφτανε στα τραπεζάκια έξω στο πεζοδρόμιο με τις αντρικές παρέες και τα καραφάκια. Ο Στέφανος Νύχτας, που είχε το ουζερί με τους φίνους μεζέδες, στην Γούναρη μετά την Αθανασίου Διάκου, είχε μια πλούσια συλλογή από 45άρια με τις λαϊκές επιτυχίες που την ανανέωνε συνεχώς. Κι εγώ επτά χρονών ήμουν η μασκώτ του μαγαζιού που ήξερα να αλλάζω τους δίσκους, να γνωρίζω τις επιθυμίες των θαμώνων αλλά και να δέχομαι παραγγελίες. …

Οι παρέες που έρχονταν από τα Προσφυγικά, τα Ταμπάχανα και από την περιοχή του Kάστρου, με τo μπριγιόλ στο μαύρο μαλλί και το λεπτό μουστάκι είχαν χωριστεί σε Καζαντζιδικούς και σε Αγγελοπουλικούς. Η ερμηνεία του τσιγγάνου Μανώλη Αγγελόπουλου ήταν ένα μάθημα αντρικής ευαισθησίας και ομορφιάς. Δεν ήταν μόνο οι «μπάσες» του Μανώλη, οι ψηλές αλλά και οι χαμηλές, ήταν η γλύκα στην χροιά, η αρχοντιά στην έκταση, το ρίγος στα σπασίματα της φωνής… ήταν η τέχνη του λαϊκού τραγουδιού. Στα δεκαπέντε του πήρε τα χαλιά στους ώμους και διαλαλούσε την πραμάτεια του τραγουδώντας. Με τα χαλιά στους ώμους πήγαινε το 1957 στα λαϊκά μαγαζιά και παρακαλούσε στο τέλος του προγράμματος, στις άδειες καρέκλες να πει κι αυτός ένα τραγούδι. Ένα τραγούδι από τα πονεμένα του Καζαντζίδη που τόσο του άρεσαν. Η φωνή του ξεχώριζε και έτσι πήγε για ακρόαση στην σχολή τραγουδιού του Θεόδωρου Δερβενιώτη. Εκεί μόλις τον άκουσαν του πρότειναν να δουλέψει στο κέντρο «Απόψε φίλα με» στο Χαϊδάρι και με τις πρώτες εμφανίσεις έρχεται και ο πρώτος δίσκος 78 στροφών στην Κολούμπια. Και την ανοιξιάτικη αυτή βραδιά, η φωνή του ξεσήκωνε τους θαμώνες που στα τσίγκινα τραπεζάκια με τα καραφάκια του πεζοδρομίου της Γούναρη, σιγοτραγουδούσαν καθώς σε πολλές περιπτώσεις εκτός από την φωνή, τους άγγιζαν και η μουσική αλλά και τα λόγια του Απόστολου Καλδάρα.

«Μα εγώ σε εσένα καλή μου χρωστάω και τη ζωή μου, μου άλλαξες την ψυχή μου τόσες συνήθειες κακές. Με χίλιες δυό τριγυρνούσα και τα λεφτά μου πετούσα, αλήτης θα καταντούσα, μα ολ’ αυτά μέχρι χθες».

Ένα τραγούδι που χαρακτηρίστηκε σταθμός και θα θυμίζει πάντα τον Μανώλη Αγγελόπουλο. Αναφέρει ο Κώστας Μπαλαχούτης στο βιβλίο του «Λαϊκά Μονοπάτια»: τη δύσκολη δεκαετία του’60 και συνήθως τους μήνες Ιανουάριο – Φεβρουάριο, σχεδόν όλες οι εταιρείες απέλυαν το προσωπικό που ευκαιριακά είχαν απασχολήσει την περίοδο των γιορτών. Έτσι φαινότανε πως θα γίνει και στην Κολούμπια στις αρχές του 1963. Όμως ένας μικρός δίσκος είχε τόσο μεγάλη επιτυχία και απασχόλησε τόσο προσωπικό που δεν χρειάστηκε να γίνει καμία απόλυση, έδιωξε όλες τις ανησυχίες των εργαζομένων και όλοι μαζί, , σίγουροι για το μεροκάματο, τραγουδούσαν «Όσο αξίζεις εσύ».

Ο Αγγελόπουλος, με την άσπρη Μερσεντές με τις λευκές φλοκάτες και τα χαϊμαλιά που την στόλιζαν, με τις μεγάλες λαϊκές επιτυχίες, όπως «τα μαύρα μάτια σου, τα φιλιά σου είναι φωτιά και άλλα πολλά», με ένα τραγούδι τα βρήκε σκούρα…

Ο στιχουργός και φίλος του Λευτέρης Χαψιάδης ετοίμαζε ένα δίσκο με τον Χρήστο Νικολόπουλο με τίτλο «Τραγούδια για τους φίλους», του πρότεινε να συμμετάσχει σαν γκεστ σταρ και δέχθηκε συγκινημένος. Όταν όμως του έδωσαν το «Όταν χορεύεις μάτια μου» για να το μάθει, απ’ την πρώτη κιόλας άρχισαν οι γκρίνιες.

«Ποιος σε έμαθε εντέλει να χορεύεις τσιφτετέλι, μήπως ήσουν στα Μπολσόϊ μπαλαρίνα από σόϊ.

Όταν χορεύεις μάτια μου χορεύουν οι γοργόνες κι απ’ τον χορό σου τρέμουνε στην πίστα οι κολώνες.

Ποιός σου δίδαξε τον τρόπο, να ταρακουνάς τον τόπο, μήπως πήρες το πτυχίο στου Νουρέγιεφ το σχολείο».

Δεν του πολυάρεσε το τραγούδι και χωρίς να εξηγεί το γιατί, έλεγε στον Χαμψιάδη «Κουμπαράκι με έριξες». Λίγε ημέρες πριν την ηχογράφηση, ο Χαψιάδης πήγε Σαββατόβραδο στο κέντρο που τραγουδούσε ο Αγγελόπουλος, για να του υπενθυμίσει ότι την Δευτέρα έμπαιναν στο στούντιο. Μόλις του το είπε, ο Αγγελόπουλος φύσηξε δυνατά δυο φορές για να ξεφουσκώσει και σφύριξε συνθηματικά για να έλθει ο σερβιτόρος. Πήρε ύφος και τον ρώτησε «Δεν μου λες βρε συ, τι είναι τα Μπολσοϊ;». «Τα μπαλέτα» απάντησε αμέσως ο σερβιτόρος. Ο Αγγελόπουλος έμεινε για λίγο έκπληκτος και σκεφτικός, αλλά συνέχισε: «Κι ο Μουρέγιεφ τι είναι;». «Νουρέγιεφ κύριε Μανώλη και είναι διάσημος χορευτής». Τότε ο Αγγελόπουλος γύρισε προς τον Χαψιάδη: «Εντάξει, κουμπαράκι, τους ξέρουνε. Θα το πούμε το τραγούδι. Γράψε κι ένα τρίτο κουπλέ και μπλέξε μέσα μερικούς ηθοποιούς…». Έτσι γράφτηκαν ο Βαλεντίνο κι ο Ντελόν, με προτροπή δική του.

«Κι ο Αλεντελόν ακόμα, θα ποθούσε τέτοιο σώμα κι άμα ζούσε ο Βαλεντίνο, θα τον τρέλαινες κι εκείνο»

Το Βήμα της Αιγιάλειας
Author: Το Βήμα της Αιγιάλειας
Ανεξάρτητη eφημεριδα άποψης.

BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS