Γράφει ο Γεώργιος Μέργος
Η αναγνώριση της οικονομικής αξίας της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι αναγκαία σήμερα στη χώρα μας για δύο λόγους. Πρώτον, γιατί η χώρα ευρίσκεται σε περίοδο βαθειάς κρίσης χρέους και ύφεσης, επομένως η αξιοποίηση όλων των αναπτυξιακών δυνατοτήτων είναι ανάγκη και υποχρέωση. Δεύτερον, γιατί η διεθνής εμπειρία αποδεικνύει ότι η πολιτιστική κληρονομιά μπορεί να αποτελέσει μοχλό οικονομικής ανάπτυξης, απασχόλησης και ευημερίας δίνοντας λύση στο αναπτυξιακό και το περιφερειακό πρόβλημα της χώρας μας.
Η πολιτιστική κληρονομιά ως οικονομική αξία
Η πολιτιστική κληρονομιά (Cultural Heritage), ή άλλως «εθνική κληρονομιά» ή απλώς «κληρονομιά», είναι όλα αυτά τα φυσικά πολιτιστικά αντικείμενα και μνημεία, καθώς και τα άυλα πολιτιστικά χαρακτηριστικά ενός έθνους ή μιας κοινωνίας τα οποία έχει κληρονομήσει από προηγούμενες γενιές, τα οποία υπάρχουν σήμερα και τα οποία οφείλει να διατηρήσει προς όφελος των μελλοντικών γενεών. Η υλική ή ενσώματη πολιτιστική κληρονομιά (Built Cultural Heritage) περιλαμβάνει κτίρια, ιστορικούς τόπους, μνημεία, έργα τέχνης, κλπ. που θεωρούνται άξια διατήρησης για το μέλλον.
Σε αυτά περιλαμβάνονται αντικείμενα σημαντικά για την αρχαιολογία, την αρχιτεκτονική, την επιστήμη ή την τεχνολογία ενός συγκεκριμένου πολιτισμού.
Η έννοια της οικονομικής αξίας της πολιτιστικής κληρονομιάς γεννά έντονες αντιπαραθέσεις. Ακόμη και η απλή αναφορά σε οικονομική αξία της πολιτιστικής κληρονομιάς αντιμετωπίζεται από ορισμένους με σκεπτικισμό ή και απόλυτη άρνηση, για λόγους ηθικούς, αρχαιολογικούς, αλλά και ιστορικούς. Θεωρούν βεβήλωση ακόμη και τη σκέψη ότι ένα στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς έχει οικονομική αξία ή μπορεί να χρησιμοποιηθεί οικονομικά. Ένα μνημείο, θεωρούν, μπορούμε να το προσεγγίσουμε μόνο καλλιτεχνικά και ιστορικά, είναι ανεκτίμητης αξίας και δεν μπορούμε να το δούμε οικονομικά, ούτε μπορούμε να του αποδώσουμε οικονομική αξία.
Ο αντίλογος είναι ότι όταν ένα μνημείο προσελκύει επισκέπτες από όλο τον κόσμο, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν ένα υψηλό κόστος ταξιδίου αλλά συχνά και υψηλό κόστος διαμονής για να το επισκεφθούν, δημιουργώντας ταυτόχρονα αντίστοιχες οικονομικές ροές, απασχόληση, εισόδημα και οικονομική ανάπτυξη, η οικονομική αξία του μνημείου είναι αυταπόδεικτη. Με αυτή τη βάση δεν έχουν όλα τα στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς την ίδια αξία, ούτε είναι όλα τα μνημεία ανεκτίμητης αξίας.
Η χώρα μας μεταπολεμικά στήριξε σε μεγάλο βαθμό την τουριστική της πολιτική με άξονα την πολιτιστική κληρονομιά με σημαντικά γενικότερα οφέλη για την οικονομική και περιφερειακή ανάπτυξη. Αλλά και άλλες χώρες επίσης. Η Ρώμη είναι ένα παράδειγμα πόλης με ιδιαίτερη ιστορική πορεία, όπου η πολιτιστική κληρονομιά αποτελεί μοχλό οικονομικής σημασίας. Ένα πολύ πρόσφατο, επίσης, παράδειγμα είναι η ανάδειξη στα τελευταία δέκα χρόνια του ιστορικού κέντρου της Πράγας ως πόλου έλξης επισκεπτών, δημιουργώντας οικονομικές ροές και οικονομική ανάπτυξη για την οικονομία, ως σημαντική πηγή συναλλάγματος, απασχόλησης και εισοδήματος, με σημαντικές μικροοικονομικές και μακροοικονομικές επιπτώσεις. Ταυτόχρονα, όμως, από την ανάδειξη της Πράγας ενισχύεται και η συνολική εικόνα της Τσεχίας ως χώρας, με σημαντικότατα οικονομικά και αναπτυξιακά οφέλη για την εθνική οικονομία.
Επομένως, η οικονομική αξία της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι θεμελιώδους σημασίας για τη διαμόρφωση της πολιτιστικής και τουριστικής πολιτικής, στο πλαίσιο της ευρύτερης πολιτικής για οικονομική και περιφερειακή ανάπτυξη μιας χώρας.
Πολιτιστική κληρονομιά και οικονομική ανάπτυξη
Οι σύγχρονες αντιλήψεις για την οικονομική ανάπτυξη είναι ανθρωποκεντρικές και η μέτρηση του επιπέδου ανάπτυξης απομακρύνεται από την παραδοσιακή προσέγγιση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος προς μια ολιστική και ολοκληρωμένη προσέγγιση που απεικονίζεται με το Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης (Human Development Index). Στην προσέγγιση αυτή αποκτά αυξανόμενη σημασία η κοινωνική ανάπτυξη και η πολιτιστική κληρονομιά ως κεντρικά στοιχεία της αναπτυξιακής προσπάθειας σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.
Συγκεκριμένα, παρατηρείται μια μετακίνηση στον τρόπο που προσεγγίζουμε την πολιτιστική κληρονομιά σε τρείς κατευθύνσεις: (α) από τα μνημεία προς στους ανθρώπους (from monuments to people), (β) από τα αντικείμενα προς τις λειτουργίες (from objects to functions) και (γ) από την συντήρηση των μνημείων προς την διατηρήσιμη χρήση (from preservation to sustainable use). Η κληρονομιά δεν είναι πλέον στενά ένα σύνολο από αντικείμενα, με μόνο σκοπό τη συντήρησή τους για ιστορικούς, ηθικούς και αρχαιολογικούς λόγους, αλλά ευρύτερα ένα αναπόσπαστο λειτουργικό τμήμα της κοινωνίας και της οικονομίας ενός τόπου, που συμπεριλαμβάνει πολιτικά πρότυπα, οικονομική ευημερία, κοινωνική συνοχή, και πολιτισμική διαφορετικότητα.
Η κρατούσα στον παρελθόν προσέγγιση θεωρούσε τη χρήση της πολιτιστικής κληρονομιάς ως απειλή, που τελικά οδηγεί στην εμπορευματοποίηση, την απαξίωση και την καταστροφή. Όμως, η σύγχρονη προσέγγιση θεωρεί ότι η μεγαλύτερη επιτυχία στη συντήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς είναι η επιτυχής ένταξή της στην κοινωνική και οικονομική ζωή και επομένως η συμβολή της στη δημιουργία εισοδήματος το οποίο θα μπορεί να χρηματοδοτήσει τη συντήρησή της.
Στο πλαίσιο των σύγχρονων αντιλήψεων για την οικονομική ανάπτυξη, η πολιτιστική κληρονομιά αναγνωρίζεται ταυτόχρονα ως ατμομηχανή αλλά και ως καταλύτης της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Το σχετικό θεωρητικό πλαίσιο αποτελείται από τρείς οικονομικές συνιστώσες: (α) την αναγνώριση της κληρονομιάς ως οικονομικού κλάδου αυτοτελώς, ο οποίος χρησιμοποιεί πόρους, παράγει προϊόντα και δημιουργεί απασχόληση και κέρδη, (β) την θεώρηση της κληρονομιάς ως αναπτυξιακού παράγοντα που λειτουργεί καταλυτικά στην αναπτυξιακή διαδικασία με την προσέλκυση οικονομικών λειτουργιών και την ενθάρρυνση αναπτυξιακών δραστηριοτήτων και (γ) την προσέγγιση της κληρονομιάς ως εργαλείου ανάπτυξης μέσω της δημιουργίας ταυτότητας ενός χώρου, τόπου, πόλης ή χώρας.
Ακόμη πιο προωθημένες απόψεις θεωρούν ότι πολλά, ίσως τα περισσότερα, οφέλη από την πολιτιστική κληρονομιά προκύπτουν στη διαδικασία χρήσης της πολιτιστικής κληρονομιάς. Οι υποστηρικτές της χρήσης της πολιτιστικής κληρονομιάς διευρύνονται συνεχώς και περιλαμβάνουν όχι μόνο οικονομολόγους και κοινωνιολόγους, αλλά και αυτούς που παραδοσιακά αντιδρούσαν στη χρήση, όπως αρχαιολόγους, ιστορικούς, νομικούς και ανθρωπολόγους. Για παράδειγμα, στη διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται η ανάγκη για την ένταξη της διατήρησης των αντικειμένων στον τρόπο ζωής, με τον συνεχή επαναπροσδιορισμό της αξίας μέσω της χρήσης, γιατί η μη ένταξη στην κοινωνική ζωή οδηγεί τελικά στην περιθωριοποίηση, απαξίωση και καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς, λόγω της έλλειψης πόρων για συντήρηση.
Επίσης, υπάρχουν επιστήμονες που προτείνουν την ολοκληρωμένη διοίκηση των πολιτιστικών πόρων ενός ιστορικού χώρου ή τόπου, ώστε ο χώρος και το περιβάλλον του να θεωρείται ως ένα όλον, του οποίου η ισορροπία και η ταυτότητα εξαρτώνται από την σύζευξη των επιμέρους, δηλαδή τόσο των υλικών στοιχείων (μνημείων, κτιρίων, αντικειμένων, κλπ) της πολιτιστικής κληρονομιάς, όσο και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, των κοινωνικών οργανώσεων και του περιβάλλοντος χώρου.
Επομένως, η έννοια της συντήρησης των στοιχείων της πολιτιστικής κληρονομιάς μετακινείται από τη συντήρηση και αναλλοίωτη διατήρηση προς τη διατηρήσιμη χρήση της πολιτιστικής κληρονομιάς και τη διαχείριση της αλλαγής με την ένταξή της τόσο στο κοινωνικό όσο και στο οικονομικό περιβάλλον, με τρόπο που επιτρέπει τη συντήρηση και διατήρηση στοιχείων τα οποία διαφορετικά θα απαξιώνονταν και θα καταστρέφονταν λόγω έλλειψης πόρων για τη συντήρησή τους.
Δηλαδή, η συντήρηση των στοιχείων της κληρονομιάς δεν πρέπει να θεωρείται ως διαδικασία που σταματά την ανάπτυξη και αλλαγή, διατηρώντας αναλλοίωτα τα υλικά στοιχεία της κληρονομιάς. Αλλά, πρέπει να ταυτισθεί με την πρακτική της διαχείρισης της αλλαγής, ως παράγοντος που διατηρεί την ισορροπία μεταξύ συντήρησης της κληρονομιάς και διασφάλισης της ανάπτυξης. Αυτή η νέα προσέγγιση μετακινεί την σκέψη από τη συντήρηση αυτόνομων μνημείων στην συνολική διαχείριση πολιτιστικών χώρων, τόπων, πόλεων ή περιοχών. Με την ένταξη αυτή της κληρονομιάς στο ευρύτερο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον δημιουργούνται οι αναγκαίες συνθήκες και πόροι για αποτελεσματικότερη συντήρηση και διατήρηση των στοιχείων της.
Η διεθνής εμπειρία
Τελευταία, η κληρονομιά αποκτά αυξανόμενη σημασία όχι μόνο στα ακαδημαϊκά περιοδικά και τις επιστημονικές συναντήσεις αλλά και σε διεθνείς οργανισμούς και σε κυβερνητικούς κύκλους, καθώς και σε προγράμματα πολιτικής τόσο σε εθνικό, όσο και περιφερειακό επίπεδο.
Μια έκδοση σταθμός είναι η δημοσίευση από το Brookings Institution το 2005 του «Historic Preservation- A Guide and Review of the Literature». Όμως, η πολιτιστική κληρονομιά αναγνωρίζεται και σε δημοσιεύσεις εθνικών, περιφερειακών αλλά διεθνών οργανισμών, όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, ως ένας ισχυρός οικονομικός και κοινωνικός πόρος, ένα αναπτυξιακό εργαλείο, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καταλύτης στην οικονομική ανάπτυξη, να ενισχύσει την απασχόληση, να δημιουργήσει εισόδημα, να αναζωογονήσει το κοινωνικό κεφάλαιο στις τοπικές κοινωνίες και να ενδυναμώσει την επιχειρηματικότητα στις τοπικές οικονομίες.
Η νέα αυτή προσέγγιση, που αποκτά αυξανόμενη υποστήριξη διεθνώς, αναδεικνύει μεταστροφή από την αντίληψη ότι η συντήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελεί φρένο στην ανάπτυξη και βάρος για τους εθνικούς προϋπολογισμούς, προς μια νέα αντίληψη όπου συντήρηση της κληρονομιάς και οικονομική δραστηριότητα θεωρούνται εταίροι στην αναπτυξιακή διαδικασία. Η κυριαρχούσα πρόβλεψη είναι ότι η πολιτιστική κληρονομιά ως κλάδος της οικονομικής δραστηριότητος θα αυξηθεί θεαματικά στον 21ο αιώνα και θα αποτελέσει το κύριο οικονομικό προϊόν των χωρών, προσδιορίζοντας κατά τον τρόπο αυτό το μέλλον των κοινωνιών και σημαντικό παράγοντα της οικονομικής τους ανταγωνιστικότητας.
Σε συνέχεια των ανωτέρω αναφορών, ως λογική συνέχεια έπεται ότι η πολιτιστική κληρονομιά όχι μόνο μπορεί αλλά πρέπει να ενσωματωθεί στην οικονομική και κοινωνική ζωή των κοινωνιών για να επιτευχθεί η ισορροπία μεταξύ διατήρησης και οικονομικής ανάπτυξης που προαναφέρθηκε. Ως εκ τούτου, χρειάζεται ο επαναπροσδιορισμός των πολιτικών για την πολιτιστική κληρονομιά προς περισσότερο πρακτικά ζητήματα και η ένταξή τους σε στρατηγικές ολοκληρωμένης οικονομικής και περιφερειακής ανάπτυξης. Με τον τρόπο αυτό αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά ένα φάσμα προβλημάτων και προκλήσεων οικονομικής, κοινωνικής, περιβαλλοντικής και πολιτιστικής φύσεως και διαμορφώνεται μια ολοκληρωμένη αναπτυξιακή στρατηγική.
Υπάρχουν αρκετά παραδείγματα αυτής της νέας προσέγγισης για την πολιτιστική κληρονομιά ως μοχλού οικονομικής και περιφερειακής ανάπτυξης.
Στην Αγγλία, The English Heritage, είναι ο εκτελεστικός οργανισμός για την πολιτιστική κληρονομιά που επεξεργάζεται την στρατηγική της χώρας. H Έκθεση του «The Power of Place: The Future of the Historic Environment» αναπτύσσει την κυβερνητική στρατηγική για το μέλλον της πολιτιστικής κληρονομιάς στην Αγγλία. Το κεντρικό σημείο της Έκθεσης είναι η αναγνώριση ότι το ιστορικό περιβάλλον αποτελεί σημαντικότατο οικονομικό στοιχείο στην διαμόρφωση της ποιότητας ζωής. Μια άλλη Έκθεση με τίτλο «The Heritage Dividend» εστιάζεται στην οικονομική διάσταση της κληρονομιάς και αναπτύσσει τη συμβολή της στην οικονομική και περιφερειακή ανάπτυξη, την αειφόρο ανάπτυξη, την δημιουργία απασχόλησης, την τουριστική ανάπτυξη και την αναζωογόνηση των τοπικών κοινωνιών.
Στην Ιαπωνία, υπάρχουν πάμπολλα παραδείγματα όπου η συντήρηση της κληρονομιάς και η αστική ανάπτυξη έχουν συζευχθεί αποτελεσματικά. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη η εμπειρία της Ιαπωνίας στη συνεργασία των τοπικών αρχών με τις τοπικές επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα για τη διατήρηση της πολιτιστικής κληρονομίας για παράδειγμα στην πόλη Nagahama. Αυτή η μικρή πόλη των 50.000 κατοίκων που στη δεκαετία του 1980 χαρακτηριζόταν από οικονομική παρακμή μπόρεσε στη δεκαετία του 1990 να επιτύχει την οικονομική της ανασυγκρότηση και αναζωογόνηση μέσα από μια σύμπραξη δημόσιων και ιδιωτικών φορέων με κεντρικό σημείο ένα έργο αναστήλωσης της πολιτιστικής κληρονομιάς και ενθάρρυνσης σχετικών οικονομικών δραστηριοτήτων.
Στην Ευρώπη αναφέρθηκαν ήδη ως πόλεις που έχουν επιτυχημένα αναδειχθεί ως πολιτιστικοί προορισμοί, η Ρώμη και η Πράγα. Όμως, ταυτόχρονα υπάρχουν πολλές άλλες πόλεις στην ίδια κατεύθυνση, όπως η Φλωρεντία, η Βενετία, το Παρίσι, και πρόσφατα το Βερολίνο. Όμως, αν και η αναφορά στις μεγάλες αυτές πόλεις γίνεται για λόγους παραδείγματος, υπάρχουν πάμπολλες μικρές πόλεις που έχουν επιτύχει αναγνώριση ως πολιτιστικοί προορισμοί και έχουν αξιοποιήσει οικονομικά την πολιτιστική τους κληρονομιά.
Επίλογος
Κλείνοντας θέλω να συνοψίσω με τρία συμπεράσματα. Πρώτον, η πολιτιστική κληρονομία έχει οικονομική αξία. Η άρνηση αυτής της πραγματικότητας με προσήλωση σε παρωχημένες αντιλήψεις στερεί τις κοινωνίες από ένα σημαντικό αναπτυξιακό πόρο και ταυτόχρονα οδηγεί σε απαξίωση και καταστροφή της ίδιας της πολιτιστικής κληρονομιάς λόγω αδυναμίας των προϋπολογισμών να φέρουν το χρηματοοικονομικό βάρος της συντήρησης. Δεύτερον, στις σύγχρονες αντιλήψεις για την οικονομική ανάπτυξη η πολιτιστική κληρονομιά αναγνωρίζεται ταυτόχρονα ως ατμομηχανή, αλλά και ως καταλύτης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης. Η πρόκληση είναι η επιτυχής ένταξη της χρήσης της πολιτιστικής κληρονομιάς στο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον με ένα αποτελεσματικό πλαίσιο διαχείρισης της αλλαγής. Τρίτον, η διεθνής εμπειρία είναι πλούσια σε παραδείγματα όπου η επιτυχής εφαρμογή της νέας αυτής προσέγγισης στην οικονομική αξία της πολιτιστικής κληρονομιάς αντέστρεψε την παρακμή και οδήγησε σε οικονομική και κοινωνική ανασυγκρότηση. Ιδιαίτερα σημαντική είναι στο σημείο αυτό η εμπειρία από τη συνεργασία δημοσίων και ιδιωτικών φορέων στον κοινό σκοπό.
Γεώργιος Μέργος
Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών
Πανεπιστημίου Αθηνών
BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS


Η εφημερίδα Το Βήμα της Αιγιάλειας κυκλοφόρησε το 1975 λίγους μήνες μετά την Μεταπολίτευση από τον δημοσιογράφο Φάνη Ζουρόπουλο και για 40 χρόνια ταυτίστηκε με την κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική και αθλητική ζωή της Αιγιάλειας.