Του Χρήστου Χωμενίδη
Κατά τη δεκαετία του 1970, στα ελληνικά σχολεία και στις γειτονιές, δεν ήθελε πολύ για να καταλήξεις στόχος καζούρας. Εάν φορούσες γυαλιά για να διακρίνεις τα γράμματα στον μαυροπίνακα, χορός συμμαθητών θα σου τραγουδούσε σε κάθε διάλειμμα το "αγάπη μου, λατρεία μου, γυαλάκια μυωπία μου". Εάν είχες φουντωτά μαλλιά -όπως εγώ- θα σε φώναζαν "Ζουλού", θα έχωναν τα χέρια τους μέσα στον "θάμνο" σου - μια μέρα μού είχαν αδειάσει στο κεφάλι ένα τασάκι κι αγωνιζόμουν επί ώρα για να ξεμπερδέψω και να τινάξω από πάνω μου τις γόπες. Εάν ως κορίτσι είχες κάπως πρόωρη ανάπτυξη, τα αγόρια θα εξέφραζαν τον πόθο τους επιθετικά. Μη μπορώντας να σε φιλήσουν, θα σε τσίμπαγαν, θα σού τραβούσαν τα ρούχα, θα στα λέρωναν, με μελάνι στην καλύτερη περίπτωση. Ένα πρωί, ο δάσκαλός μας -ένας ηλίθιος-, μάς ανακοίνωσε με πένθιμη φωνή ότι ο φίλος μας ο Τάσος είχε χάσει τον πατέρα του. "Πρέπει να του σταθείτε σαν αδέλφια!" μάς διέταξε σχεδόν. Τι το' θελε; Όταν επέστρεψε, την επομένη της κηδείας, ο Τάσος στην τάξη, ασφαλώς και δεν τον κοροϊδέψαμε που είχε μείνει ορφανός. Διστάζαμε όμως -από τρόμο μπροστά σε εκείνο που του' χε συμβεί- να τον πλησιάσουμε. Τον αποφεύγαμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, λες και έφερε άγος. Η απομόνωση είναι πιό αβάσταχτη κι απ' τη χειρότερη -νομίζω- κοροϊδία...
Τα όσα μόλις θυμήθηκα συνδέονταν προφανώς με το ήθος που εν γένει επικρατούσε στην τότε Ελλάδα. Σε μια Ελλάδα η οποία έβγαινε διστακτικά από το "Πατρίς Θρησκεία Οικογένεια" της Χούντας, αναγεννιόταν άγαρμπα ως δημοκρατική κι ανεκτική εν τινι μέτρω κοινωνία, λιγούρικα αλληθώριζε προς την προχωρημένη Δύση.
Από τις αρχές των 80'ς έπνευσε πράγματι φρέσκος αέρας. Το "εν χρω" -"με την ψιλή"- κούρεμα καταργήθηκε όχι μονάχα στα σχολεία αλλά και στον στρατό. Το ίδιο και οι μαθητικές ποδιές. Η μοιχεία αποποινικοποιήθηκε - το να είσαι παιδί χωρισμένων έπαψε σταδιακά να αποτελεί στίγμα. Ο δημοφιλέστατος και συντηρητικότατος Δημήτρης Ψαθάς, ο συγγραφέας της σπαρταριστής "Μαντάμ Σουσούς", ξιφουλκούσε μέχρι τα γεράματα του εναντίον των "γιεγιέδων", αποκαλούσε τους Μπιτλς και τους Ρόλινγκ Στόουνς βάρβαρους διαφθορείς της νεολαίας. Ο Οδυσσέας Ελύτης ωστόσο -τον οποίον είχε επίσης χλευάσει ο Ψαθάς- πήρε το Νόμπελ κι αναγνωρίστηκε ως εθνικός ποιητής.
Ένας καινούργιος κόσμος επωαζόταν. Δεν θα γινόσουν εφεξής περίγελως άμα ήσουν κατσαρομάλλης. Αλλά εάν δεν συμμορφωνόσουν στις επιταγές του "life style". Έτσι και δεν ντυνόσουν και φερόσουν κατά τις επιταγές των περιοδικών. Η παρθενιά για τα κορίτσια κατέληξε ταμπού από την ανάποδη. Όποια δεν περιέφερε όσο πιό προκλητικά μπορούσε τη σεξουαλικότητά της, έμπαινε στη μαύρη λίστα σαν "αγάμητη"...
Πού θέλω να καταλήξω;
Σε κάθε κοινωνία, παντού και πάντα, εκείνος που καθ' οποιονδήποτε τρόπο "φαλτσάρει", στοχοποιείται. Ο άνθρωπος είναι εξ'ορισμού ον βαθύτατα συντηρητικό. Ρέπει προς την τάξη, τρομάζει με τη διαφορετικότητα. Έχει απόλυτη ανάγκη να ανήκει σε κάποια ομάδα. Να ντύνεται ομοιόμορφα, να απομνημονεύει το παραδομένο "πιστεύω", να κραυγάζει τα ίδια συνθήματα. Πανικοβάλλεται σχεδόν όταν το πλαίσιο κανόνων, μέσα στο οποίο έχει συνηθίσει να διάγει, αμφισβητείται. Ο άνθρωπος μπορεί να γίνει απερίγραπτα σκληρός -κανίβαλος στην κυριολεξία- για να υπερασπιστεί τις "αξίες" του. Όσο σαθρότερες, όσο πιό καταγέλαστες είναι εκείνες, τόσο φανατικότερους υποστηρικτές θα έχουν. Ο δημοκράτης θα καταβάλει ενδεχομένως μια προσπάθεια να συζητήσει πολιτισμένα με τον φασίστα. Ο φασίστας -επειδή ακριβώς ομνύει σε κάτι πέρα ως πέρα ανόητο- θα τού επιτεθεί απλώς για να τού σπάσει το κεφάλι.
Τα παιδιά των ανθρώπων πλάθονται κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν των γονέων τους. Αδύναμα όντας, ρέπουν ακόμα εντονότερα προς τον κομφορμισμό. Αυθόρμητα όντας -δίχως δεύτερες σκέψεις-, επιτίθενται εντελώς ανενδοίαστα σε όποιον συνομήλικό τους αυθαδιάζει στο σύστημα, διασαλεύει τις ισορροπίες. Έστω και άθελά του, με την αποκλίνουσα από το "κανονικό" εμφάνισή του. Πόσω δε μάλλον εάν συμπεριφέρεται διαφορετικά...
Είτε καζούρα το ονομάζουμε είτε μπούλινγκ, το φαινόμενο αποτελεί τη "νόμιμη άμυνα" της μετριότητας.
Η ανθρωπότητα όμως δεν προχωράει -όσο προχωράει- χάρη στους μέτριους. Οι εξαιρέσεις σπάνε τα καλούπια. Ιχνηλατούν καινούργιους δρόμους. Προτείνουν σε κάθε εποχή ό,τι αρχικά φαντάζει βλάσφημο, άσχημο, σκανδαλώδες και συν τω χρόνω καθιερώνεται ως αριστούργημα, για να αμφισβητηθεί ενδεχομένως από κάποια επόμενη γενιά. Οι εξαιρέσεις είναι τα ασχημόπαπα που θα γίνουν κύκνοι. Ειλικρινά θα εκπλησσόμουν εάν έστω κι ένας από όσους πήγαν τον κόσμο μπροστά -στην επιστήμη, στην τέχνη, στην πολιτική- δεν είχε πέσει σε τρυφερή ηλικία θύμα μπούλινγκ.
Θα προχωρήσω ένα βήμα ακόμα: Στις περισσότερες περιπτώσεις, το μπούλινγκ λειτουργεί σαν εμβόλιο. Τρως εγκαίρως την ψυχρολουσία. Νοιώθεις στο πετσί σου τη βαναυσότητα. Τσαλακώνεσαι δημιουργικά. Μαθαίνεις να αμύνεσαι. Να ακολουθείς το αστέρι σου -ή το δαιμόνιό σου- αψηφώντας τα γιούχα. Και έχεις πάντοτε υπ'οψιν σου πως από τα "Ωσανά!" μέχρι τα "Άρον, Άρον Σταύρωσον Αυτόν!", ένα τσιγάρο δρόμος...
Τί γίνεται όμως στις περιπτώσεις που το μπούλινγκ καταντάει δολοφονικό; Συντρίβει κυριολεκτικά το θύμα του; Το οδηγεί σε απόλυτη απελπισία, σε απονενοημένες πράξεις;
Στη Μεγάλη Βρετανία -όπου γεννήθηκε, στα σχολεία αρρένων, το μπούλινγκ ως κυρίαρχη πρακτική- έχουν βρει, εδώ και χρόνια, τη λύση: Όποιος βιαιοπραγήσει εναντίον συμμαθητή του αποβάλλεται αυθωρεί. Οριστικά. Κανείς δεν μπαίνει στον κόπο να ακούσει σαθρές δικαιολογίες, θρασύδειλα "ναι μεν, αλλά", κλαψουρίσματα μετανιωμένων.
Φαντάζεστε ασφαλώς τι θα συνέβαινε εάν το ημέτερο Υπουργείο Παιδείας ακολουθούσε το βρετανικό παράδειγμα. Πόσοι γονείς θα ωρύονταν καθημερινά πως τα παιδάκια τους αδικήθηκαν δήθεν, πως η ποινή παραείναι αυστηρή... Μέχρι δικηγόρους θα αποκτούσαμε ειδικευμένους στην υπεράσπιση όχι των θυμάτων αλλά των αυτουργών του μπούλινγκ!
Ο "λαϊκός" ζωγράφος Θεόφιλος Χατζημιχαήλ -η μεγαλύτερη μάλλον εικαστική ιδιοφυΐα που εμφανίστηκε στη σύγχρονη Ελλάδα- πέρασε όλη τη ζωή του λοιδορούμενος. Συχνά χυδαία. Ο ομότεχνός του -και ποιητής- Νίκος Εγγονόπουλος έγραψε, δεκαετίες αργότερα, την "Μπαλάντα της Ψηλής Σκάλας", η οποία θα μπορούσε να διαβαστεί και σαν ελεγεία σε όσους έχουν υποστεί ποτέ μπούλινγκ.
"... ο Θεόφιλος κάποτες ανέβηκε
σε μια ψηλή σκάλα
– αυτόπτες μάρτυρες το λεν –
ίσως να ζωγραφίση μιαν επιγραφή
ίσως ακόμη για να συμπληρώση
το πάνω μέρος
μιας συνθέσεώς του ηρωικής
αλητόπαιδες
–
αλητόπαιδες που με τον καιρό
(ως είναι φυσικό)
ανδρωθήκανε και γεράσαν
(δεν ενθυμούντανε πια τίποτε)
κι’ επεθάναν
ευυπόληπτοι και
"φιλήσυχοι αστοί” –
αλητόπαιδες – ξαναλέω –
για να παίξουνε και να γελάσουν
ετραβήξανε
την σκάλα την ψηλή
κι’ ως γκρεμοτσακιζόντανε
έντρομος
ο Θεόφιλος από τα ύψη
επρόσμεν’ ελεεινός σακάτης
θέλεις κι’ ακόμη
λιώμα
στο χώμα
να βρεθή
αλλ’ – ω του θαύματος ! –
προσεγειώθη
απόλυτα σώος κι’ αβλαβής
(πάντως κάτι σαν νά παθε το ένα του πόδι:
χώλαινε ελαφρυά μέχρι το τέλος της ζωής)
μα ναι σας λέω
ακέργιος
απ’ την κορφή ώς τα νύχια
από την πτώση
μόνο που τα σεμνά φορέματά του
είχαν γενεί χρυσά ωσάν τον Ήλιο
το πρόσωπό του
σαν τη Σελήνη – είτανε λεν χλωμός –
σαν τη Σελήνη φωτεινό
– αυτά τα δυο αστέρια
είθισται να συνυπάρχουν
στα εικονίσματα της βυζαντινής ζωγραφικής –
και αν κατόπι επήγε να κρυφτή στη Mυτιλήνη
είχ’ έμπει στην αθανασία πια:
επέπρωτο πλέον να υπάρχη αιώνια
α θ ά ν α τ ο ς..."-
* Ο κ. Χρήστος Χωμενίδης είναι συγγραφέας
http://www.capital.gr/xristos-xomenidis/3305145/i-nomimi-amuna-tis-metriotitas
BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS


Η εφημερίδα Το Βήμα της Αιγιάλειας κυκλοφόρησε το 1975 λίγους μήνες μετά την Μεταπολίτευση από τον δημοσιογράφο Φάνη Ζουρόπουλο και για 40 χρόνια ταυτίστηκε με την κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική και αθλητική ζωή της Αιγιάλειας.