Την Τρίτη 8 Μαΐου 2018 παρουσιάστηκε στην Αθήνα (βιβλιοπωλείο Ιανός) το νέο βιβλίο του ιστορικού ερευνητή και συγγραφέα υποστράτηγου ε.α. Γιάννη Πριόβολου, με τίτλο: Εθνικιστική «Αντίδραση» και Τάγματα Ασφαλείας, εμφύλιος και αντικατοχικός πόλεμος 1943-1944, από τις εκδόσεις Πατάκης. Ο συμπατριώτης μας καταγράφει επιμελώς μια σχετικά άγνωστη ή τουλάχιστον «ανεξερεύνητη» περίοδο της νεοελληνικής ιστορίας. Με αυτό το βιβλίο κλείνει θα λέγαμε τον κύκλο μιας σειράς εξαιρετικών έργων του που σχετίζονται με την περίοδο της Κατοχής και της Αντίστασης, καθώς εστιάζει στα χρόνια της τρίτης κατοχικής κυβέρνησης (κατοχικό εμφύλιο). Ο τίτλος και μόνο του βιβλίου προκαλεί. Παρατίθεται η ομιλία του συγγραφέα κατά την παρουσίαση, που πλαισιώθηκε από έγκριτους Ιστορικούς (Αθ. Φωτόπουλος, Ιστορικός, πρ. καθηγητής Νεότερης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Πατρών – Πρ. Παπαστράτης, Ιστορικός, ομότιμος καθηγητής ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και Τ. Σακελλαρόπουλος, Ιστορικός, υπεύθυνος των Ιστοριών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη).



Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι. Καταρχήν σας ευχαριστώ θερμά για την εδώ παρουσία σας.

Στη σύντομη ομιλία μου θα αναφερθώ σε κάποια ζητήματα που υποψιάζομαι ή μάλλον είμαι σίγουρος ότι πολλοί από εσάς θα θέλατε να με ρωτήστε.

Μία από τις ερωτήσεις σας ίσως είναι: Από πότε άρχισα να ασχολούμαι με την Ιστορική έρευνα και μάλιστα με θέματα όπως είναι τα σχετικά με την Κατοχή 1941-1944 και τον Εμφύλιο.

Για την απάντηση αυτής της ερώτησης όμως, θα μου επιτρέψετε μια σύντομη, κατά το δυνατόν, εισαγωγή.

Για τούτο, πηγαίνω χρονικά αρκετά πίσω: στο τέλος περίπου του 1942. Δηλαδή στην καρδιά της Κατοχής. Τότε, την περιοχή της καταγωγής μου, την Αιγιάλεια, και γενικότερα όλη την Πελοπόννησο, την έλεγχαν οι Ιταλοί κατακτητές. Στα χωριά της κεντρικής Αιγιάλειας η Ελληνική κατοχική κυβέρνηση είχε διορίσει Επόπτη της συγκέντρωσης του 10% της παραγωγής του λαδιού και άλλων προϊόντων (φυσικά για λογαριασμό των κατακτητών) έναν Έλληνα αξιωματικό της αεροπορίας, ονόματι Δημ. Μίχο, αντισμήναρχο. Ο αξιωματικός αυτός εν τω μεταξύ ήταν οργανωμένος στην αντιστασιακή οργάνωση του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (ΕΑΜ), που ήταν τότε ακόμη, τουλάχιστον στην Αιγιάλεια, κάτι σαν την Φιλική Εταιρεία: άγνωστη σχεδόν. Μυστικές δουλειές δηλαδή, και αρκετά επικίνδυνες.

Ο αντισμήναρχος Μίχος, εκείνο τον καιρό, είχε ήδη στο νου του να οργανώσει αντάρτικο κατά των κατακτητών στην ορεινή Αιγιάλεια και Καλάβρυτα. Ένας αντάρτικος στρατός όμως, όπως και κάθε στρατός (είτε άτακτος είτε τακτικός), θέλει κατ’ αρχήν όπλα, πυρομαχικά, ρουχισμό… Αλλά το σπουδαιότερο χρειάζεται τρόφιμα, ή χρήματα, έστω, για την αγορά των τροφίμων. Εδώ ήταν το πρόβλημα!! κι αυτός ήταν ο κύριος λόγος που οι αξιωματικοί μέχρι τότε δίσταζαν να βγουν στο βουνό, ως ηγέτες ενός αντάρτικου στρατού. Ο αντισμήναρχος Μίχος το είχε υπόψη του αυτό το πρόβλημα –τον βασάνιζε μάλιστα. Γι’ αυτό η πρώτη κίνηση που έκανε στα χωριά όπου επόπτευε στα λιοτριβειά ήταν να μυήσει στη νέα Φιλική Εταιρεία τους νοικοκυραίους των χωριών (χωρίς να εξετάζει τα πολιτικά τους φρονήματα). Γιατί –σκέφτηκε– αν έχω αυτούς με την «επανάσταση», που ετοιμάζω να ξεκινήσω, είναι σίγουρο ότι θα έχω εξασφαλίσει τουλάχιστον τα απαιτούμενα τρόφιμα. Και άμα πετύχει η «επανάσταση», οργανώνω έπειτα «Επιμελητεία» και δεν τους έχω πλέον και μεγάλη ανάγκη τους νοικοκυραίους!

Στο χωριό μου, τα Μελίσσια Αιγίου, ο αντισμήναρχος μυεί στην «επανάστασή» του από τους πρώτους τον πατέρα μου, που μαζί με τον αδερφό του έχει λιοτρίβι. Κι όταν ο αντισμήναρχος ξεκινάει τον αντάρτικο αγώνα, ο πατέρας μου, που έχει οριστεί από εκείνον «υπεύθυνος» στο χωριό, αλλά και πολλοί άλλοι χωριανοί, κάνουν για τους αντάρτες «πολλά με μεγάλο κίνδυνο της ζωής τους» (οι τελευταίες λέξεις είναι από τα αδημοσίευτα απομνημονεύματα του καπετάν Μίχου).

Τελειώνει η Κατοχή. Ο πατέρας μου σιωπά. Σπάνια μιλούσε για εκείνη την εποχή και τη συνεργασία του με τους αντάρτες. Ήταν βασιλόφρονας (και συνέχιζε να είναι)… δεν του πήγαινε να λέει ότι στην Κατοχή είχε συνεργασία με τους αντάρτες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Αν κι εμένα, στην φούρια των αγροτικών δουλειών, του τρύγου ιδιαίτερα, με αποκαλούσε «συναγωνιστή», λέξη που την έφερνε βιωματικά, χωρίς φυσικά εγώ τότε –παιδάκι που ήμουνα– να το ξέρω, από τον καιρό του ανταρτικού αγώνα 1943-1944.

Πέρασαν αρκετά χρόνια.

Φθάνουμε στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Ένα βιβλίο με τίτλο «Ο Μωρηάς στα ΟΠΛΑ» (για την περίοδο της Κατοχής), που πέφτει στα χέρια μου, με βάζει στο πνεύμα του κατοχικού αντάρτικου στην Πελοπόννησο. Κάποια γεγονότα που διαβάζω σε αυτό το βιβλίο, όπως η πρώτη μάχη των νιόβγαλτων ανταρτών του αντισμήναρχου Μίχου στις 19 Απριλίου 1943 κοντά στον οικισμό Πυργάκι της περιφέρειας του χωριού μου, μου ξυπνάν ακούσματα: είναι σκόρπια όμως και ασύνταχτα.

Μετά απ’ αυτό, αφού εν τω μεταξύ εκείνη την εποχή είχε ήδη αναγνωριστεί η Εαμική εθνική αντίσταση, ζήτησα από τον πατέρα μου με επιστολή μου από την περιοχή όπου υπηρετούσα, λοχαγός εγώ τότε, να «σπάσει τη σιωπή του» και να μου γράψει τις αναμνήσεις του από τα χρόνια που ήταν «υπεύθυνος», στο χωριό,  για τον απελευθερωτικό αγώνα την περίοδο 1943-1944 και τις στενές του σχέσεις που είχε αναπτύξει με τον «καπετάν Μίχο». Δεν μου αρνήθηκε. Όλο το χειμώνα του 1985-1986 έγραφε. Και το Πάσχα του 1986, που κατέβηκα στο χωριό, μου παρέδωσε 70 πυκνογραμμένες σελίδες σε κόλλες αναφοράς.

Ε, από εκείνη την ώρα άρχισε η ενασχόλησή μου με την μελέτη των γεγονότων της Κατοχής. Γιατί έπρεπε καταρχήν όλα αυτά που είχε γράψει να διασταυρωθούν, να εμπλουτιστούν  και να τοποθετηθούν, κατά τον δυνατόν, σε σωστή χρονολογική σειρά. Έτσι εκδόθηκε το 1988 και το βιβλίο: «Ήμουν υπεύθυνος… Η Αιγιάλεια το 1943-1944», με συγγραφέα τον πατέρα μου: Καίσαρ Πριόβολο, και επιμελητή εμένα που εκεί παρουσιάζομαι με ψευδώνυμο.
                                                           ***
Μια άλλη ερώτηση-απορία σας, μπορεί ίσως να είναι: Πώς προέκυψε η ενασχόλησή μου με τα Τάγματα Ασφαλείας, ένα θέμα που δεν έχει συζητηθεί ιδιαίτερα τα μεταπολεμικά χρόνια;

Κατ’ αρχήν πριν την ενασχόλησή μου με αυτό το θέμα είχαν προηγηθεί κάποια άλλα συγγραφικά μου έργα που αφορούν την ίδια περίπου ιστορική περίοδο (Κατοχή 1941-1944 αλλά και όλη την περίοδο της δεκαετίας του 1940). Μετά την ολοκλήρωση αυτών των έργων μου και ιδιαίτερα ενός που αφορά τους μόνιμους αξιωματικούς στον ανταρτικό στρατό του ΕΑΜ, τον ΕΛΑΣ (είτε με τη θέλησή τους είτε όχι), στο οποίο φαίνονται οι συνθήκες, κι όχι μόνο, μέσα από τις οποίες βρέθηκαν αυτοί στις τάξεις του «Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού», προέκυψε η ανάγκη να ασχοληθώ και με εκείνους τους αξιωματικούς που βρέθηκαν στην πολιτικά και στρατιωτικά αντίπερα από αυτούς όχθη, στα συνεργαζόμενα με τους κατακτητές ελληνικά Τάγματα Ασφαλείας, για να αντιληφθώ και να ξεκαθαρίσω –εγώ ο ίδιος περισσότερο– τις συνθήκες, τα αίτια, τα κίνητρα, την ιδεολογία κλπ. που τους οδήγησαν να καταταγούν σε αυτά. Φυσικά, πρόκληση για μένα να ασχοληθώ με το αναφερόμενο θέμα ήταν και η έντονη «σκοτεινιά» του• η επιμελώς δηλαδή κρυμμένη από κάποιους, που ασφαλώς είχαν ή και έχουν ακόμη τους λόγους τους, περίοδος αυτή της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας και ιδιαίτερα το συγκεκριμένο θέμα.

Εδώ, ακριβώς, πρέπει να αναφερθώ και στο τι ώθησε, όπως συμπέρανα από την όλη έρευνά μου, μέρος εκ του συνόλου των αξιωματικών του προπολεμικού στρατού να καταταχτούν στα Τάγματα.

Πριν όμως, είναι αναγκαίο να επισημάνω ότι από τις αρχές του 1943 η αριστερή –κι όχι μόνο– πλευρά του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου, που αυτή βασικά καθοδηγούσε την οργάνωση και τον αντάρτικο στρατό της –τον ΕΛΑΣ–, παράλληλα με το αναμφισβήτητο εθνικό-αντιστασιακο έργο της επιδείκνυε τάσεις πολιτικού και στρατιωτικού ηγεμονισμού – μπορώ να πω και αυταρχισμού σε κάποιες περιπτώσεις. Εξ’ αυτού, η συντηρητική και εθνικιστική παιδεία ορισμένων αξιωματικών, που εκείνη την εποχή είχε αρχίσει να εκδηλώνεται, από πολιτικής πλευράς, με ακραίο αντικομουνιστικό πάθος, είναι ένας από τους παράγοντες που ώθησε αρκετούς από αυτούς να καταταγούν στα Τάγματα –σαν «αντίπαλο δέος» στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ–, εκθέτοντας όμως έτσι, ανεπανόρθωτα, την εθνική τους συνείδηση αφού γνώριζαν ότι με αυτό τον τρόπο θα συνεργάζονταν εκ των πραγμάτων με τον κατακτητή που εκείνος τροφοδοτούσε και όπλιζε αυτές τις στρατιωτικές μονάδες για δικό του πρωτίστως όφελος. Ένας άλλος παράγοντας, ήταν το δέλεαρ της επαγγελματικής αποκατάστασης όσων αξιωματικών είχαν τεθεί σε απόταξη ή αποστρατεία για πολιτικούς λόγους ακόμη και πριν από το 1930, κυρίως όμως των φιλοβενιζελικών απότακτων-απόστρατων που είχαν συμμετάσχει στο στασιαστικό κίνημα του 1935, δεδομένου ότι όλοι αυτοί, σύμφωνα με σχετικό νόμο του κατοχικού πρωθυπουργού Ιωάννη Ράλλη (φθινόπωρο του 1943), μπορούσαν να αποκατασταθούν αν κατατάσσονταν στα αντικομμουνιστικά αυτά τμήματα.

Ο φανατικός αντικομουνισμός λοιπόν και το ατομικό συμφέρον, αν όχι η ιδιοτέλεια (για κάποιους), ήσαν οι βασικότεροι παράγοντες που ώθησαν στα Τάγματα αρκετούς από τους μόνιμους αξιωματικούς, είτε μιλούμε γι’ αυτούς που κατατάχτηκαν οικειοθελώς είτε με ατομικές προσκλήσεις.
                                                                ***
Μια άλλη πιθανή ερώτησή σας ίσως είναι:

Τι ιδιαιτερότητες έχει η συγγραφή ενός βιβλίου με ιστορικό περιεχόμενο για την σχετικά κοντινή σε μας εποχή;

Καταρχήν ένα τέτοιο βιβλίο, απαιτεί πρωτότυπα υλικά: γραπτές πηγές (κυρίως ανέκδοτες), ιστορικά τεκμήρια, προφορικές μαρτυρίες, φωτογραφίες κλπ. Οι ιδιαιτερότητες λοιπόν συνίστανται, κατά πρώτο, στην δυσκολία εξεύρεσης –στις περισσότερες των περιπτώσεων– τέτοιου είδους υλικών και, κατά δεύτερο, στη δυσκολία διαχείρισης των υλικών αυτών, καθώς όσο αυτά κατά τη διάρκεια της έρευνας πληθαίνουν και ογκώνονται τόσο περισσότερο απειθαρχούν• και κατά συνέπεια δύσκολα τιθασεύονται.

Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι η χαρακτηριστική ιδιαιτερότητα της συγγραφής του συγκεκριμένου βιβλίου ήταν η συλλογή των προφορικών μαρτυριών. Θέλω να πω δηλαδή, ότι οι άνθρωποι που είχαν σχέση με τα Τάγματα Ασφαλείας ή γενικότερα είχαν συμμετάσχει στον κατοχικό Εμφύλιο, κυρίως με την άκρως εθνικιστική πλευρά, ήταν πολύ δύσκολο να προσεγγιστούν και πολύ περισσότερο να τους καταφέρω να μιλήσουν χωρίς φυσικά να αυτολογοκρίνονται. Σε αυτό βέβαια βόηθησε κάπως η ιδιότητά μου –ήμουνα μόνιμος αξιωματικός!                                                           

Κάποιος ίσως να ήθελε να με ρωτήσει αν θεωρώ ότι χρειάζεται μια κάποια αποφασιστικότητα ή τόλμη για να προσεγγιστεί ένα αρκετά δύσκολο και λεπτό θέμα, όπως είναι αυτό του εμφύλιου και αντικατοχικού πολέμου;

Ναι, πιστεύω ότι πράγματι χρειάζεται μια κάποια, τέλος πάντων, αποφασιστικότητα. Κι εδώ, μάλλον ταιριάζει να σας πω τι απάντηση δίνω σε μια κάπως σχετική ερώτηση που κατά καιρούς μου κάνουν κάποιοι από τους αναγνώστες των βιβλίων μου: Πώς δηλαδή, εγώ ένας πρώην μόνιμος αξιωματικός, καταπιάνομαι με ένα τόσο ευαίσθητο, ιστορικά, θέμα, όπως αυτό του εμφύλιου, ή κάποια άλλα παρόμοια της Κατοχής κλπ. Απαντώ –πάντα αστειευόμενος–: «Κοιτάξτε να δείτε! στην επαγγελματική μου καριέρα, ως στρατιωτικός, έζησα σε μια σχεδόν καθαρά ειρηνική περίοδο. Δεν μου δόθηκε η ευκαιρία να δοκιμαστώ σε κάποιες πράξεις που χρειάζονται, το λιγότερο, αποφασιστικότητα. Η ενασχόλησή μου όμως με αυτά τα ιστορικά θέματα μου δίνει μια κάποια ευκαιρία να… τολμήσω».                                                       

Τελειώνοντας, θα ήθελα και πάλι να σας ευχαριστήσω για την τιμή που μου κάνατε να παραβρεθείτε στην παρουσίαση του βιβλίου μου και να σας εξηγήσω ότι αν τα συγγραφικά μου έργα παρουσιάζουν κάποιο θετικό αποτέλεσμα και ίσως αποτελούν χρήσιμα εργαλεία για τους ιστορικούς ερευνητές, αυτό προέρχεται από την αγάπη μου για την προσέγγιση της ιστορικής αντικειμενικότητας. Γνωρίζω φυσικά πως η αντικειμενικότητα στην Ιστορία είναι μάλλον άπιαστη. Όμως, γνωρίζω επίσης ότι η τιμιότητα στο δρόμο για την αλήθεια είναι όχι μόνο υποχρέωση αλλά και καθήκον.

Γιάννης Πριόβολος

Το Βήμα της Αιγιάλειας
Author: Το Βήμα της Αιγιάλειας
Ανεξάρτητη eφημεριδα άποψης.

BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS