vimatisaigialeias.gr

Όσοι από εμάς είχαμε  τη τύχη να μεγαλώσουμε σε μικρές κοινωνίες μπορούμε να κατανοήσουμε την αξία και τη σημασία του καφενείου. Ένα γραφικό μαγαζάκι με μερικές ξύλινες καρέκλες και κάμποσα τραπεζάκια όπου εκεί μέσα λειτουργούσε η εκκλησία του Δήμου. Άκουγες τα πάντα,  δημιουργούνταν μικρές παρέες αρχικά και τελικά όλοι μαζί γινόταν μια μεγάλη παρέα…  εκεί και τι δεν άκουγες; Από  πολιτικές αναλύσεις έως αθλητικές συζητήσεις, στο τέλος αφού εξαντλούσαν όλη τη θεματολογία το έριχναν στον κοινωνικό σχολιασμό τύφλα να έχουν η  Τατιάνα και η Λαμπίρη μπροστά τους.

  Φυσικά οι γυναίκες απαγορευόταν να πατήσουν το πόδι τους στο καφενείο… «που ακούστηκε γυναίκα σε καφενείο;»… κι όμως αυτό ήταν το αλατοπίπερο που νοστίμιζε ένα χωριό ή μια γειτονιά. Οι παρέες που έγραφαν τη δική τους ιστορία,  άλλοτε τσακωνόντουσαν για ασήμαντη αφορμή για τον Ολυμπιακό ή τον Παναθηναϊκό και άλλοτε για τη Νέα Δημοκρατία ή το ΠΑΣΟΚ,  άλλοτε ανέβαζαν κυβερνήσεις και πολιτικούς και άλλοτε τους έριχναν στο πυρ το εξώτερο. Αν κάποιος υποψήφιος κέρδιζε το ακροατήριο του καφενείου κέρδιζε και τους ψήφους του χωριού. Ζωή σαν ταινία!...

Αν κάποτε κάποιος δεν πήγαινε στο καφενείο όλοι οι υπόλοιποι ανησυχούσαν, όταν επέστρεφε με την αγωνία από τη μια και τη κουτσομπολίστικη διάθεση από την άλλη,  τον ρωτούσαν «Που ήσουν εσύ; Σε χάσαμε από το καφενείο» εννοώντας ότι χάθηκε από την κοινωνική ζωή του τόπου του.

Ένα καφενείο μπορεί να κρύβει σε γωνιές του αναμνήσεις που δεν μπορεί να φανταστεί κανένας, από μια σοφή κουβέντα που ένας γέροντας κάποτε είχε πει, ως ιστορίες που αφορούν  έναν τόπο για πράγματα που έγιναν στο παρελθόν... από την Κατοχή, τον Εμφύλιο και τη Χούντα έτσι για να  θυμίζουν το σκοτεινό παρελθόν, που ο χρόνος μπορεί να γιάτρεψε μα τα θύματα ή θήτες ποτέ δεν ξέχασαν!...

Το καφενείο δεν ήταν κάτι το απρόσωπο είχε ένα δικό του άρωμα.  Άνοιξη,   μοσχοβολούσαν οι πασχαλιές, τα βασιλικά, οι βουκαμβίλιες και τα γεράνια έδιναν το δικό του μοναδικό χρώμα που έδενε τόσο αρμονικά με τα πράσινα σιδερένια τραπεζάκια της αυλής και τις ψάθινες καρέκλες. Το καλοκαίρι τα χρώματα και τα αρώματα συνδυάζονταν  με το υποβρύχιο τη βανίλια ή με το λουκούμι σε γεύση τριαντάφυλλο…  Το Χειμώνα Κυριακή πρωί μετά την εκκλησία η μυρωδιά της βροχής γινόταν ένα με τη μυρωδιά του φρεσκοκομμένου και ψημένου  καφέ που συνοδευόταν πάντα με ένα μικρό κουλουράκι και κονιάκ. 

Τα χρόνια πέρασαν, τα καφενεία έβαλαν λουκέτο σε μικρά ή μεγάλα χωριά, ο κόσμος σκυθρωπός αμίλητος και αγέλαστος χώθηκε στο σπίτι του, άλλοτε να κρατά αγκαλιά την εφημερίδα και να τη σχολιάζει μονολογώντας, άλλες φορές πάλι  χωμένος σε έναν υπολογιστή να πιστεύει ότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης υποκαθιστούν τη διαπροσωπική επικοινωνία. Εκείνοι όμως που  πραγματικά  προκαλούν γέλιο είναι ορισμένοι πολιτικοί, οι οποίοι θεωρούν πως τα like του Facebook και του Twitter είναι και ψήφοι στην κάλπη. Αμ η εικονική πραγματικότητα δεν μπορεί να αποτυπώσει την αλήθεια της πραγματικής ζωής… το ρυτιδιασμένο πρόσωπο του γέροντα που με αγωνία σε κοιτάει στα μάτια και σου ζητάει απαντήσεις στις ερωτήσεις του, ούτε τα ροζιασμένα χέρια του εργάτη ή του αγρότη που τίμια δούλεψαν για να μπορέσει να σταθεί τούτος ο τόπος όρθιος.

Τώρα γιατί τα γράφω όλα αυτά; Γιατί όσο περνούν τα χρόνια νιώθω πως κάποια κομμάτια των παιδικών μου αναμνήσεων φθίνουν, φεύγουν, χάνονται.

Τα καφενεία όσα από αυτά τα λίγα απέμειναν αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστική μας κληρονομίας… Μπορεί ακόμα να μην το καταλαβαίνουμε μα ο καιρός θα το φανερώσει.

Το Βήμα της Αιγιάλειας
Author: Το Βήμα της Αιγιάλειας
Ανεξάρτητη eφημεριδα άποψης.

BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS