Γράφει ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος
Πίσω από την κενή ουσιαστικού περιεχομένου ρητορική για θριαμβευτική έξοδο από τα μνημόνια, υπάρχει η τραπεζική πραγματικότητα
Την ώρα που η κυβέρνηση ψάχνει τρόπους να προσφέρει στο κοινό «θριάμβους» και «ηρωϊκές εξόδους» στις αγορές, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα –τα οποία, βεβαίως, ποτέ δεν πρόκειται να λυθούν ως δια μαγείας. Πρέπει, πριν απ’ όλα, ο εγχώριος χρηματοπιστωτικός τομέας να προσπαθήσει να ξεφορτωθεί όσο το δυνατόν περισσότερα «μη εξυπηρετούμενα δάνεια» (NPLs). Πρόκειται για κορυφαία πολιτική προτεραιότητα για τους πιστωτές τόσο των Ευρωπαίων όσο και του ΔΝΤ. Από την πλευρά της προσφοράς, τα νοικοκυριά και οι εταιρείες με σχετικά ισχυρή χρηματοοικονομική κατάσταση έχουν καταβάλει μερικά από τα δάνεια.
Ωστόσο, η αποκατάσταση του δείκτη δανείων προς καταθέσεις σε βιώσιμο επίπεδο και η σταθερή μείωση της εξάρτησης από την ζώνη του ευρώ παραμένει ζητούμενο, πολύ περισσότερο καθώς η οικονομία δεν ανακάμπτει σοβαρά. Ενώ οι επαναλαμβανόμενες ανακεφαλαιοποιήσεις έχουν αποκαταστήσει την κεφαλαιακή βάση των ελληνικών τραπεζών, τα «μη εξυπηρετούμενα» δάνεια έχουν αυξηθεί σταθερά ως ποσοστό των ανεξόφλητων δανείων. Αυτό είναι και το μεγάλο πρόβλημα που μπορεί να δημιουργήσει νέες κεφαλαιακές ανάγκες.
Σίγουρα μέχρι σήμερα έχουν χαθεί πολλές θέσεις εργασίας και πολλές εταιρείες που ήταν ουσιαστικά παραγωγικά βιώσιμες δυστυχώς απέτυχαν. Με πιο αποδεκτούς όρους χρηματοδότησης, ορισμένες από αυτές τις εταιρείες θα είχαν πιθανώς ξεπεράσει την κρίση. Ελλείψει οικονομικής ύφεσης, ενδέχεται μερικές να είχαν βεβαίως αποτύχει στο πλαίσιο της ευρύτερης ενσωμάτωσης στις παγκόσμιες αλυσσίδες αξίας, καθώς η αύξηση της μη μισθολογικής παραγωγικότητας μετασχηματίζει το εταιρικό τοπίο στο παγκόσμιο πλαίσιο.
Όμως, η βαθειά ύφεση συνέβη και η όποια προσπάθεια σταδιακής εξομάλυνσης των ελληνικών τραπεζών συνέπεσε με μία αυξανόμενη αναλογία μη εξυπηρετουμένων δανείων, εξ αιτίας βεβαίως της ύφεσης αλλά και της πρόκλησης της τελευταίας από τα αναίτια πολιτικά και οικονομικά γεγονότα που κατέστρεψαν πρόωρα την ανάκαμψη τού 2014.
«Το γεγονός ότι η ελληνική δημοσιονομική κρίση μετατράπηκε σε σκέτη καταστροφή για το χρηματοπιστωτικό σύστημα, το οποίο μάλιστα δεν είχε δανείσει υπερβολικά στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, έρχεται σε αντίθεση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου το υπερβολικό ιδιωτικό χρέος διοχετεύθηκε σε μη άμεσα παραγωγικά έργα για ακίνητα. Στην Ιρλανδία και στην Ισπανία, για παράδειγμα, δεν υπήρχε καμμία αξία για να ανακάμψει από τα υπερτιμημένα και κακοσχεδιασμένα ακίνητα», μάς επισημαίνει πολύ σωστά και ο καθηγητής Οικονομικών στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, κ. Θοδωρής Πελαγίδης.
«Αντίθετα, η Ελλάδα δεν είχε καθόλου εκτεταμένη φούσκα από ακίνητα ή καταναλωτικά χρέη. Αντ’ αυτού, τα δάνεια προσφέρθηκαν σε παραγωγικές επιχειρήσεις αποθαρρύνοντας τον άνευ όρων δανεισμό. Αυτό προέκυψε μετά από ενδελεχή σειρά ελέγχων στα χαρτοφυλάκια δανείων των ελληνικών τραπεζών. Προς γενική έκπληξη, αυτοί οι έλεγχοι έδειξαν ότι τα δάνεια προσφέρθηκαν γενικά με βάση κατά κανόνα σωστή αξιολόγηση –όταν η πολιτική επιρροή δεν υποχρέωνε τους υπεύθυνους των δανείων να ξεπεράσουν την ορθή κρίση τους, ειδικά στις κρατικά ελεγχόμενες τράπεζες», τονίζει ο κ. Θ. Πελαγίδης και αντικρούει έτσι την γνωστή περί του αντιθέτου φιλολογία, την οποία κάποιοι χρησιμοποιούν για να πουλάνε φούμαρα στους αδαείς.
Επί της ουσίας, βέβαια, η αργή επίλυση του καυτού θέματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων αφορά την αναζωπύρωση της αστάθειας μετά τον Δεκέμβριο τού 2014, καθώς και την έλλειψη ευελιξίας των σχετικών νόμων. Ωστόσο, πέρα από την πολιτική και οικονομική σταθεροποίηση, απαιτείται μία περιεκτική νομοθετική πρωτοβουλία. Αυτό προκαλεί το ερώτημα γιατί οι πιστωτές δεν πιέζουν για μία ρύθμιση που θα μπορούσε να ελευθερώσει πόρους τόσο για τις μικρές όσο και για τις μεγάλες εγχώριες εταιρείες που εξακολουθούν να επιβιώνουν μέσα σε αυτό το χάος.
BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS


Η εφημερίδα Το Βήμα της Αιγιάλειας κυκλοφόρησε το 1975 λίγους μήνες μετά την Μεταπολίτευση από τον δημοσιογράφο Φάνη Ζουρόπουλο και για 40 χρόνια ταυτίστηκε με την κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική και αθλητική ζωή της Αιγιάλειας.