Του Χρήστου Α. Χωμενίδη
Μπορεί οι πισίνες στα παραθαλάσσια ξενοδοχεία να φαντάζουν περιττές –«άντε κορίτσι μου να χαρείς το κύμα, που μού ποζάρεις με φόντο τιρκουάζ πλακάκια!»-, εξυπηρετούν ωστόσο ιερό σκοπό. Φιλοξενούν τα πάρτυ των γαμοβαφτίσεων που καθημερινά το καλοκαίρι τελούνται καθ’άπασαν την επικράτειαν. Οι ημερομηνίες κλείνουν μήνες πριν – στη θέση των μελλόνυμφων θα το θεωρούσα παρακινδυνευμένο, ίσως και γρουσούζικο, να προεξοφλήσω την αυγουστιάτικη ένωσή μου ενώπιον Θεού (δημάρχου έστω) και ανθρώπων από τον προηγούμενο Νοέμβριο. Οι μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες συχνά καθετοποιούν την παραγωγή. Διαθέτουν εκκλησάκι εντός των τειχών τους, αγκαζάρουν ιερέα από παρακείμενο χωριό. «Είναι σεβάσμιος ο παπά-Χαράλαμπος, ψέλνει και πολύ βυζαντινά, ούτε στην Πόλη να βρισκόσασταν!» τον διαφημίζει ο γαμομάνατζερ στο ζευγάρι. Ο γαμπρός κουνάει το κεφάλι ευλαβικά. Η νύφη είναι πιο πρακτική – «δεν πιστεύω να έχει τον ατελείωτο!» θυμάται μια ξαδέλφη της που παντρευόταν από τις έξι μέχρι τις οκτώμισυ και είχε λιώσει από τη ζέστη μες στο πέπλο, πάνω στα δωδεκάποντα. «Μην ανησυχείτε, κυρία μου! Η τελετή διαρκεί σαράντα λεπτά ακριβώς.»
Από το απομεσήμερο στόλιζαν λουλούδια και μπαλόνια και έστρωναν λινά τραπεζομάντηλα. Τσακωνόταν ο υπεύθυνος ασφάλειας με τη διοργανώτρια του ιβέντ από πού ακριβώς θα εκτοξεύονταν τα πυροτεχνήματα – «αν τυχόν κάψεις καμιανής το μαλλί, εσύ θα έχεις την ποινική ευθύνη!». Εμείς πίναμε τον καφέ μας, κάναμε χάζι. Μας πλησιάζουν ξαφνικά νύφη και πεθερά. Μάς δίνουν γνωριμία. «Θα έρθετε, εννοείται, το βράδυ! Σας έχουμε κρατήσει θέσεις!» Κοιταζόμαστε έκπληκτοι. Έτσι το έχουν αυτοί οι τύποι; Καλούν στις χαρές τους και αγνώστους, που τυχαίνει να μένουν στο ίδιο ξενοδοχείο;
«Καλοσύνη σας και να ζήσετε! Έχουμε δυστυχώς μια υποχρέωση στη Χώρα…» «Τι υποχρέωση;» γίνεται αδιάκριτη η νύφη. «Ξέρετε, σάς διαβάζω…» μού αποκαλύπτει τότε η μαμά της. «Τα βιβλία σας. Και ό,τι γράφετε στην εφημερίδα…» «Τιμή μου!» χαμογελάω κολακευμένα και αμήχανα – αυτό ακριβώς λαχταρούσα από μικρός, να γίνω λαϊκός συγγραφέας. Μα το να σού εμφανίζονται αναγνώστες από εκεί που δεν τους περιμένεις σε ανασκουμπώνει, σε αναγκάζει να προσέχεις τα λόγια, τις κινήσεις σου, μην τους απογοητεύσεις, μην πέσεις στα μάτια τους. «Θα έρθετε δεν το συζητάω!» κόβει τον γόρδιο δεσμό η μαμά. «Θέλω να σάς ζητήσω και κάτι ακόμα… Ο μπαμπάς της Εβίτας μου θα μιλούσε στον γάμο της. Το ονειρευόταν σαν και τι - του άρεσε να βγάζει ομιλίες - αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού ήταν – στις παραδόσεις ξιφών εκείνος εκφωνούσε πάντα τον πανηγυρικό. Τον χάσαμε ξαφνικά την Πρωτοχρονιά…» «Συλλυπητήρια…» «Θα πείτε εσείς δυό λόγια στη δεξίωση, να ευχαριστηθεί η ψυχούλα του;»
Στην άκρη των χειλιών μου το είχα να τής εξηγήσω ότι εγώ δεν εκτιμώ τον γάμο ως θεσμό. Οι έρωτες, πιστεύω, και οι σχέσεις των ανθρώπων αποτελούν στοιχήματα που πρέπει να κερδίζονται καθημερινά. Όταν επισημοποιούνται, όταν κλείνονται στο κουκούλι του νόμου και της κοινωνίας, συχνότατα αφυδατώνονται, μαραζώνουν, καταντούν ρουτινιάρικοι, μίζεροι. Ο κόσμος είναι γεμάτος μαραμένα στεφάνια. Δεν μου ζητούσαν όμως να τους αναπτύξω πλάι στην πισίνα τις ιδέες μου. Τον μπαμπά τους ήθελαν να υποκαταστήσω, που -αλοίμονο- δεν είχε προφτάσει! «Αν είναι να χαρεί η ψυχούλα του…» δέχθηκα.
«Και τι θα πεις;» «Ό,τι ακριβώς εκείνος ο καθολικός παπάς, στον γάμο των φίλων σου που είχαμε πάει πρόπερσι στο νησάκι έξω από τη Νάπολη…» «Στην Ίσκια.» «Ναι, γειά σου! Θα τους πω να προσέχουν σαν τα μάτια τους το πρώτο τους παιδί. “Αφού δεν έχουμε γεννήσει ακόμα!” θα απορήσουν. “Το πρώτο σας παιδί είναι η σχέση σας, το μυστήριο που σάς έσμιξε και σας κρατάει μαζί. Αυτό το «μαζί» στιγμή μην το περάσετε για αυτονόητο, για δεδομένο. Απαιτεί νοιάξιμο, στοργή, να απορροφάς τους κραδασμούς, να κρατάς την καρδιά σου ζεστή, ανοιχτή. Αυτό το “μαζί” γιορτάζουμε απόψε!» «Ωραία λόγια!» «Τα έλεγε, σκέψου, κάποιος που είχε δεθεί με όρκο αγαμίας…» «Ίσως για αυτό ακριβώς».
Πηγή : τα «Νέα»
BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS


Η εφημερίδα Το Βήμα της Αιγιάλειας κυκλοφόρησε το 1975 λίγους μήνες μετά την Μεταπολίτευση από τον δημοσιογράφο Φάνη Ζουρόπουλο και για 40 χρόνια ταυτίστηκε με την κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική και αθλητική ζωή της Αιγιάλειας.