Του Δημήτρη Στεργίου
Οι γυναίκες έστριβαν κόκκινες και λευκές κλωστές με τις οποίες έδεναν κυρίως το μεγάλο δάκτυλο του ποδιού («παλικάρου») και τα δάκτυλα και τους καρπούς των χεριών, τις οποίες έβγαζαν στο τέλος του μήνα ή όταν πρωτοέβλεπαν τα μάτια τους χελιδόνι ή πελαργό
1η Μαρτίου σήμερα. Μια μέρα που δεν θα ξεχάσω ποτέ καθώς περνούν από μπροστά μου ανεξίτηλες εικόνες ενός εθίμου του χωριού μου, της Παλαιομάνινας Αιτωλοακαρνανίας, με βαθιές αρχαιοελληνικές ρίζες, ερμηνείες και συμβολισμούς. Είναι το έθιμο «Μάρτηδες» ή «Μάρτσα – Κάρτσα» στο ριμένικο γλωσσικό ιδίωμα των Ριμένων κατοίκων των έξι χωριών της Ακαρνανίας. Και για τον λόγο αυτόν κάθε χρόνο την τιμώ με ένα μικρό αφιέρωμα πάντα συμπληρωμένο με νέες πληροφορίες.
Σήμερα, 1η Μαρτίου. πρωι-πρωί, «βλέπω» την αείμνηστη μητέρα μου, «βλέπω» τις Ριμένες της Παλαιομάνινας, να στρίβουν κόκκινες και λευκές κλωστές με τις οποίες έδεναν κυρίως ο μεγάλο δάκτυλο του ποδιού («παλικάρου») και τα δάκτυλα και τους καρπούς των χεριών. «Βλέπω» να βγάζουν αυτές τις κλωστές στο τέλος του μήνα ή όταν πρωτοέβλεπαν τα μάτια τους χελιδόνι ή πελαργό. Θυμάμαι που μού έλεγαν ότι μεγάλο δάκτυλο του ποδιού το έδεναν για να αποφεύγονται τα χτυπήματα, μια και οι περισσότεροι την παλιά εποχή περπατούσαν χωρίς παπούτσια και, συνεπώς, το πρώτο δάκτυλο που χτυπούσε από τις πέτρες ήταν το «παλικάρου». Επίσης, «βλέπω» τις υπόλοιπες κλωστές να τις πετάνε στο δέντρο γκορτσιά (αγραπιδιά) για να τις βρουν τα πουλιά να κάνουν τις φωλιές τους καθώς ερχόταν η άνοιξη.
«Ακούω» έντονα και το ακόλουθο τρίστιχο:
«Μάρτσα, Κάρτσα,
τα κατσίκια έβγαλα
και τη ρόκα έγνεσα»
Τι σημαίνει, άρα αυτό το παράξενο τρίστιχο, όπως είναι και πολλά άλλα ακόμα βλάχικα δίστιχα ή τετράστιχα σε κάλαντα; Κατ΄ αρχάς, «Μάρτσα» ή «Μάρτσου» λένε οι Ελληνόβλαχοι της Ακαρνανίας τον Μάρτιο. Επίσης, «Μάρτσου» λέγανε και μια χρωματισμένη ταινία με ένα μικρό χρυσό ή αργυρό νόμισμα που αναρτούσε τα παλιά χρόνια η μητέρα στο λαιμό του μικρού παιδιού κατά την πρώτη Μαρτίου για να προστατεύεται από τον ήλιο. Είναι ένα έθιμο σύμφωνα με το οποίο αυτός που φορά τον «Μάρτη», κυρίως τα μικρά παιδιά, προστατεύονται είτε από ασθένειες γενικά ή «για να μην τα κάψει ο ήλιος» / για να «μην τα μαυρίζει ο ήλιος» ή για να «μην τα πιάνει το μάτι». Σύμφωνα με το έθιμο, την 1η μέρα του Μαρτίου οι μητέρες φοράνε στα μικρά παιδιά τον «Μάρτη» για να τα προστατέψουν από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, που είναι ιδιαίτερα βλαβερός, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες.
Σημειώνεται ότι οι Βυζαντινοί πίστευαν πως η άσπρη κλωστή συμβολίζει το πρωινό φως του ήλιου και η κόκκινη το μεσημεριάτικο ήλιο και οι δυο μαζί διώχνουν το κάψιμο προστατεύοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το πρόσωπο και το λαιμό από το άρπαγμα του μαρτιάτικου ήλιου. Ο ήλιος του Μαρτίου που καίει και τσουρουφλίζει, πιστεύεται επίσης πως δημιουργεί στο πρόσωπο στίγματα και λεκέδες: «Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε δεν ξεβάφει». Οι κοπέλες ιδιαίτερα έπρεπε να προφυλαχτούν: «οπόχει κόρην ακριβή του Μάρτη ο ήλιος μην την δει». Δηλαδή, η μαυρίλα σήμαινε ασχήμια, προπάντων για τα κορίτσια, τα οποία η παράδοση ήθελε άσπρα και με ροδομάγουλα!
Ερμηνείες και συμβολισμοί
Για τον πρόσθετο αυτό λόγο έδεναν τις κόκκινες και άσπρες κλωστές, που λέγονταν κι αυτές «Μάρτσα», και οι γυναίκες . Η συνήθεια, λοιπόν, να δένονται με τον «Μάρτσου» ή «Μάρτη» είναι πολύ παλιά. Την αναφέρει και ο Ιωάννης Χρυσόστομος (γύρω στα 400 μ.Χ.), ενώ ο μεγάλος λαογράφος Ν.Γ. Πολίτης τη θεωρεί γνήσιο ελληνικό έθιμο, καθιερωμένο από την αρχαία λατρεία. Πολλοί, το συνδέουν με την «κρόκη», κλωστή που οι μυημένοι στα Ελευσίνια Μυστήρια περνούσαν στο δεξί χέρι και το αριστερό πόδι αποδίδοντάς της συμβολική έννοια. Πίστευαν ότι ο ήλιος του Μάρτη είναι το πιο γνωστό και πιο μεγάλο κακό που επέρχεται με την «Πρωτομαρτιά», όπως προαναφέρθηκε..
Κατά τη διάρκεια των Ελευσίνιων Μυστηρίων, μόλις οι μύστες περνούσαν τη γέφυρα που οδηγούσε προς τη θάλασσα, γινόταν η περίφημη «Κρόκωση», από το μυθικό Κρόκωνα, τον πρώτο κάτοικο της περιοχής, οι απόγονοι του οποίου είχαν το προνόμιο να δένουν μια μάλλινη κρόκη, μια πορφυρή κορδέλα, γύρω από το δεξί χέρι και το αριστερό πόδι κάθε μύστη. Μετά το εθιμοτυπικό της κροκώσεως και με τη μάλλινη κρόκη στο χέρι και το πόδι οι μύστες και όλοι οι ακόλουθοι της πομπής, συνέχιζαν την πορεία προς την Ελευσίνα για την τέλεση των ελευσίνιων μυστηρίων.
Συμβολικά το λευκό και το κόκκινο χρώμα τα συναντάμε συχνά στη δεισιδαιμονία όταν είναι να αποτρέψουμε κάποιο κακό. Αυτό μνημονεύεται και από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς. Ο Αρτεμίδωρος στα «Ονειροκριτικά» συσχετίζει τους διάφορους στεφάνους των μαγισσών, ο Βιργίλιος στα «Βουκολικά» αναφέρει πολύχρωμους μίτους περιδεμένους τρεις φορές σε εικόνα ερωμένου για να τον σαγηνέψουνε. Ο Πετρώνιος αναφέρει όμοιες μαγγανείες, όπου δένουμε πολύχρωμο στήμονα στον τράχηλο. Οι Βυζαντινοί αναφέρουν τη χρήση βαμμένης κλωστής κατά της βασκανίας. Στα Ελευσίνια μυστήρια, όπως προαναφέρθηκε., κατά την αρχαιότητα οι νεαροί μύστες φορούσαν κρόκους στο δεξί χέρι και στο πόδι.
Και η λέξη «κάρτσα»; Να είναι συνέχεια με μιαν ομοιοκατάληκτη άσχετη λέξη, η οποία είναι συνήθης σε βλάχικα και ηπειρώτικα κυρίως σατιρικά τραγούδια, όπως «μίρι, μίρι, μίτσι» ή «τάρνα, τάρνα ταρτανίστε το παιδί μου τραγουδήστε» ή «λάμπα, λάμπα κίτσα, έβγα στην πλακίτσα» ή «τρούμπε, τρούμπε τραχανά» ή «Ντουμ, ντουμ, ούνα χώρε σ΄φέτσι σκρουμ» στην Παλαιομάνινα (ντουμ, ντουμ, ένα χωριό έγινε καπνός από κάψιμο), που δεν έχουν κανένα νόημα; Ίσως. Πιθανό, να είναι και μια παραφθορά, συνήθης κι αυτή σε δημοτικά τραγούδια ή κάλαντα, της λέξης «κρόκη» ή κρόκου, δηλαδή «μάρτσα κόκκινη». Πάντως, στα Άγραφα, όταν αφήνουν τον «Μάρτη» στα δέντρα «για να τον πάρουν τα χελιδόνια» τραγουδούν: Άφ’ κα σύκο και σταφύλ’ / και σταυρό κι αθημουνίτσα / γύρ’σα πίσω, δεν τα βρήκα / λίτσαρ-λίτσαρ, λίτσαρ-λίτσαρ». Σημειώνω ότι στον ελληνοβλάχικο λόγο τα δικτυωτά κάθετα νήματα του αργαλειού λέγονται «λίτσου» και, προφανώς, το τέλος του τραγουδιών αυτού αποτελεί επίκληση της κλωστής του Μάρτη!
Το άλλο δίστιχο επιδέχεται μια πιο εύκολη ερμηνεία. Το έθιμο αυτό, πέρα από τις αρχαιοελληνικές ρίζες, ίσως συνδέεται και με τις προσδοκίες των ανθρώπων για καλοσυνάτες πια ημέρες. Άλλωστε και σήμερα λέμε «Από Μάρτη καλοκαίρι και από Αύγουστο χειμώνα». Επίσης, σχετικά με τη διατήρηση των χρωμάτων άσπρο και κόκκινο αυτά άλλες φορές συμβολίζουν την αυγή με το κόκκινο χρώμα πάνω στο λευκό χιόνι, ενώ άλλες φορές την αγάπη και την αγνότητα. Όλα αυτά καταδεικνύουν την αισιοδοξία και τη χαρά ότι μπορεί τώρα, τον Μάρτη, να βγουν έξω τα κατσίκια να βοσκήσουν και η Βλάχα να γνέθει με τη ρόκα της με τον καλό καιρό!
Όταν η πρώτη Μαρτίου ήταν και … πρωτοχρονιά!
Η 1η Ιανουαρίου καθιερώθηκε ως ημέρα της πρώτης του χρόνου από τους Ρωμαίους το 153 π.Χ. Στο Βυζάντιο η 1η Ιανουαρίου υιοθετήθηκε και καθιερώθηκε σαν ημέρα πρωτοχρονιάς το 1000 μ.Χ. Πριν από το 153 π.Χ., σαν πρώτη του έτους ημέρα, εορταζόταν η 1η Μαρτίου, ενώ σε άλλες περιοχές του τότε γνωστού κόσμου η πρώτη ή η ενδέκατη Σεπτεμβρίου, αλλά και η πρώτη νουμηνία (αρχή της νέας Σελήνης) μετά το θερινό ηλιοστάσιο (21η Ιουνίου), όπως συνέβαινε στο αττικό σεληνιακό ημερολόγιο ή η πρώτη νουμηνία μετά την φθινοπωρινή ισημερία, όπως ίσχυε στο μακεδονικό ημερολόγιο.
Σε αυτήν ακριβώς την επισήμανση, ότι δηλαδή οι αρχαίοι θεωρούσαν ως πρώτη ημέρα του χρόνου την 1η Μαρτίου, αναζητούνται και οι αρχαιοελληνικές ρίζες ενός ακόμα βλάχικου εθίμου, του εθίμου των «Μάρτηδων». Ο Πλούταρχος (50 μ.Χ – 120 μ.Χ) στο έργο του «Ηθικά» (τόμος 8ος υπό τον τίτλο «Αίτια Ρωμαϊκά»), θέτει το ερώτημα «Γιατί καθιέρωσαν τον μήνα Ιανουάριο ως αρχή του νέου έτους;». Η απάντηση είναι η εξής:
«Τον παλιό καιρό, πραγματικά, ο Μάρτιος τοποθετούνταν πριν από τον Ιανουάριο, όπως δηλώνουν πολλά τεκμήρια και μάλιστα ο πέμπτος λέγεται Πέμπτος και ο έκτος λέγεται Έκτος, και ούτω καθεξής μέχρι τον τελευταίο, τον οποίο ονομάζουν Δεκέμβριο, και ο οποίος μετριέται δέκατος από τον Μάρτιο. Αυτό, λοιπόν, μερικοί θεώρησαν και υποστήριξαν ότι οι Ρωμαίοι της τότε εποχής συμπλήρωναν το ημερολογιακό τους έτος όχι σε δώδεκα, αλλά σε δέκα μήνες, βάζοντας σε ορισμένους περισσότερες ημέρες. Άλλοι πάλι λένε ότι ο Δεκέμβριος είναι ο δέκατος μήνας από τον Μάρτιο, ο Ιανουάριος ο ενδέκατος και ο Φεβρουάριος ο δωδέκατος, κατά τον οποίο κάνουν καθαρμούς και προσφορές στους νεκρούς, αφού είναι το τέλος του χρόνου. Η σειρά όμως των μηνών άλλαξε, είπαν, κι έτσι ο Ιανουάριος μπήκε πρώτος, επειδή με τη νέα σελήνη αυτού του μήνα, ημέρα που ονομάζουν Καλένδες του Ιανουαρίου, εγκαταστάθηκαν στην εξουσία οι πρώτοι ύπατοι μετά την έκπτωση των βασιλέων. Πιο κοντά στην αλήθεια όμως είναι όσοι υποστηρίζουν ότι ο Ρωμύλος, όντας σκληρός και πολεμοχαρής και θεωρούμενος γιος του Άρη, τοποθέτησε τον Μάρτιο πρώτον από τους μήνες, επειδή έφερε το όνομα του Άρη…»
Και στη συνέχεια, ύστερα από πολλές άλλες λεπτομέρειες, ο Πλούταρχος αναφέρει τα ακόλουθα:
«Απολύτως σωστοί είναι εκείνοι που τοποθετούν την αρχή μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο, όταν ο ήλιος έχει ο πάψει να προχωρεί, κάνει στροφή και επανέρχεται της το μέρος της. Η αρχή αυτή του χρόνου είναι κατά κάποιο τρόπο φυσική γι΄ της, αφού αυξάνει για της τον χρόνο του φωτός και μειώνει τον χρόνο του σκοταδιού, και φέρνει πιο κοντά της τον κυρίαρχο και ηγεμόνα της της κινούμενης ύλης».
Μαθαίνουμε, λοιπόν, από τον Πλούταρχο λεπτομέρειες γιατί κάποτε η αρχή του έτους ήταν η 1η Μαρτίου. Μαθαίνουμε ότι οι περίφημες «Καλένδες», που συχνά λέμε σήμερα, όταν εννοούμε ότι κάτι δεν υλοποιείται, ήταν οι πρώτες πέντε ή επτά μέρες των ρωμαϊκών ν μηνών, δηλαδή ένα διάστημα ανάλογο της ελληνικής νουμηνίας . Επίσης, μαθαίνουμε ότι οι Ρωμαίοι τοποθετούσαν πρώτο τον Μάρτιο επειδή έφερε το όνομα του Άρη και το όνομα του Άρη ήταν «Μαρς»! Σημειώνω ότι ο Mars, πριν να γίνει θεός του πολέμου, είχε τελείως αντίθετες ιδιότητες ανάμεσα στις οποίες και η διόλου πολεμική της «ευετηρίας» (της δύναμης που έκανε την χρονιά να πάει καλά). Φυσούσε μαζί με τους ανοιξιάτικους ανέμους πάνω από τους αγρούς και βοηθούσε γη, δέντρα και φυτά να βλαστήσουν. Για τους Ρωμαίους άλλωστε, ο κάθε μήνας ή είχε σχέση με θεό ή βλάστηση ή δεν άξιζε καν να έχει όνομα.
Τα χελιδονίσματα
Στα 200 (μ. Χ.), ο Αθήναιος κατέγραψε ένα ήδη αρχαίο στην εποχή του τραγούδι που τα παιδιά στην Ρόδο έψαλλαν αρχή της άνοιξης περιφέροντας από σπίτι σε σπίτι μια «χελιδόνα» και ζητώντας να τα τρατάρουν γλυκά. Λέει: «Ήλθ’ ήλθε χελιδών / καλάς ώρας άγουσα / καλούς ενιαυτούς…». Και περιγράφει πώς είναι το χελιδόνι, τι καλά φέρνει με την άνοιξη, με ευχές για καλή σοδειά κ.λπ. Στο τέλος, ζητά από την νοικοκυρά ν’ ανοίξει την πόρτα στο χελιδόνι να τα φιλέψει κι αυτά καθόσον «ου γαρ γέροντες εσμέν αλλά παιδία».
Πράγματι, ο Μάρτιος είναι ο πρώτος μήνας της Άνοιξης, μήνας των χελιδονιών και των πελαργών, της βλάστησης και των πρώτων λουλουδιών, αλλά και των μεγάλων αντιθέσεων και των απότομων μεταβολών. Για το λόγο αυτό λέγεται Κλαψομάρτης, Κλάψας, Πεντάγνωμος, Γδάρτης, Παλουκοκαύτης, Ανοιξιάτης και Φυτευτής. Ονομάστηκε Κλαψομάρτης και Κλάψας, γιατί με τον συνήθως βροχερό του καιρό φαίνεται πως κλαίει.
Μολονότι είναι ένας μήνας με αντιφατικά χαρακτηριστικά υπερέχει σε εκτίμηση από μέρους του λαού σε σχέση με τον Φεβρουάριο. «Βγαίνει ο κακός ο μήνας», λένε για το Φεβρουάριο και «μπαίνει ο καλός ο μήνας» λένε για το Μάρτιο ή «ο Φλεβάρης πάει φεύγει και το Μάρτη δεν χωνεύει» ή «όξω ψύλλοι, ποντικοί. Μέσα Μάρτης και χαρά και καλή νοικοκυρά».
Σημειώνω ότι για το έθιμο «Χελιδονίσματα» γράφει και Π. Αραβαντινός στο βιβλίο του «Εθιμογραφία της Ηπείρου». Όπως αναφέρει, το χελιδόνισμα ονομάζει ο Fauriel (II,247) «το κατ΄ εξοχήν δημώδες εν πάση ελληνική χώρα άσνα, ούτινος τον τύπον ανευρίσκει τις εν τη αρχαιοτάτη ελληνική ποιήσει», επικαλούμενος τους στίχους του Αθήναιου (III, 360,β): ‘Ηλθ’ ήλθε χελιδών, καλάς ώρας άγουσα, καλούς ενιαυτούς». Δηλαδή, πρόκειται για άσμα που επιβεβαιώνει το πρωτομαρτιάτικο τρίστιχο του εθίμου στην Παλαιομάνινα για τη χαρά της Ελληνόβλαχας να βγάλει τα κατσίκια έξω για βοσκή και να γνέθει τη ρόκα…
BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS


Η εφημερίδα Το Βήμα της Αιγιάλειας κυκλοφόρησε το 1975 λίγους μήνες μετά την Μεταπολίτευση από τον δημοσιογράφο Φάνη Ζουρόπουλο και για 40 χρόνια ταυτίστηκε με την κοινωνική, πολιτική, πολιτιστική και αθλητική ζωή της Αιγιάλειας.