Λευκορωσία - Λουκασένκο: Εάν χρειαστεί, θα αναπτύξουμε πυρηνικά όπλα -  ertnews.gr
Το ερώτημα εάν, πότε και με ποιο τρόπο η Λευκορωσία θα συμμετάσχει στην εισβολή στην Ουκρανία απασχολεί την διεθνή κοινότητα πριν ακόμα τα ρωσικά στρατεύματα επιτεθούν στις 24 Φεβρουαρίου

του Θεόδωρου Μπενάκη

Το ερώτημα εάν, πότε και με ποιο τρόπο η Λευκορωσία θα συμμετάσχει στην εισβολή στην Ουκρανία απασχολεί την διεθνή κοινότητα πριν ακόμα τα ρωσικά στρατεύματα επιτεθούν στις 24 Φεβρουαρίου. Ο Αλεξάντερ Λουκασένκο, επικεφαλής της τελευταίας δικτατορίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο, έχει συνδέσει την ύπαρξή του με εκείνη του Βλαντίμιρ Πούτιν από τον Αύγουστο του 2020. Ο ίδιος προσφέρθηκε να βοηθήσει τη Ρωσία στο Ντόνμπας πριν τις 24 Φεβρουαρίου και ήδη συμμετέχει στον πόλεμο αφού από το έδαφος της χώρας του περνούν τα στρατεύματα εισβολής και εκτοξεύονται πύραυλοι. Παρόλα αυτά, η κοινωνία και όπως όλα δείχνουν και ο στρατός είναι αντίθετοι σε κάθε εμπλοκή. Η μεγάλη πλειοψηφία των Λευκορώσων – το 91% σύμφωνα με ανεξάρτητες δημοσκοπήσεις - υποστηρίζει τον αγώνα των Ουκρανών και ήδη σημειώνονται σαμποτάζ κυρίως στους σιδηροδρόμους που μεταφέρουν οπλισμό και ρωσικά στρατεύματα. Επιπλέον, πολλοί στρατιώτες και στρατιωτικοί έχουν αυτομολήσει και πολλοί πολεμούν στο πλευρό των Ουκρανών. Μια εμπλοκή του καθόλου αξιόμαχου λευκορωσικού στρατού στην εισβολή θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανταρσίες και πτώση του καθεστώτος.

Πάνος Τσακλόγλου | newmoney

του Πάνου Τσακλόγλου*

Ο πόλεμος στην Ουκρανία - ο μεγαλύτερος στην ήπειρό μας εδώ και 80 χρόνια - οδήγησε σε απότομη και μεγάλη αύξηση τιμών ιδίως στους τομείς της ενέργειας και, σε μικρότερο βαθμό, των τροφίμων. Η διάρκεια, η έκταση και η έκβαση του πολέμου είναι αποφασιστικής σημασίας αφενός για το μέγεθος των οικονομικών επιπτώσεων τόσο στην Ελλάδα όσο και στην ΕΕ και αφετέρου για τον χαρακτήρα των εθνικών ή/ και των ευρωπαϊκών πολιτικών στήριξης της οικονομίας.

Η Ελλάδα είναι καθαρός εισαγωγέας ορυκτών καυσίμων, των οποίων οι τιμές έχουν αυξηθεί κατακόρυφα.

Την τριετία 2015-2017 η χώρα ξόδεψε λιγότερο από 2% του ΑΕΠ σε καθαρές εισαγωγές ενέργειας. Το ποσοστό αυτό αυξήθηκε σε σχεδόν 2,5% τη διετία 2018-2019, ενώ σύμφωνα με διαθέσιμες προβλέψεις, φέτος θα ξεπεράσει αρκετά το 6%. Τι σημαίνει αυτό; Ότι, των άλλων παραγόντων παραμενόντων σταθερών, φτωχύναμε σαν χώρα.

Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Η εισαγόμενη ενεργειακή ακρίβεια δεν μπορεί να καταργηθεί με έναν νόμο και ένα άρθρο. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει αυτή τη νέα κρίση εξωγενούς προέλευσης και επιχειρεί να απορροφήσει μέρος του αυξημένου ενεργειακού κόστους, με στόχευση στις πλέον ευάλωτες ομάδες, μην παραγνωρίζοντας την αλήθεια. Το κόστος αυτών των πολιτικών θα το επωμισθεί είτε η τωρινή γενιά αν η χρηματοδότησή του γίνει μέσω αυξημένης φορολογίας είτε η επόμενη αν γίνει μέσω δανεισμού. Η στήριξη επιχειρήσεων και νοικοκυριών - ιδίως των πλέον ευάλωτων - είναι αναγκαία, αλλά το ύψος του δημοσίου χρέους καθιστά εξίσου αναγκαία τη συνετή διαχείριση των δημοσίων οικονομικών.

Ο Εθισμός στην Ελεημοσύνη - Κουρδιστό Πορτοκάλι

Όπως αυτοί που έλεγαν «ναι μεν, αλλά» στο Ολοκαύτωμα ήσαν έμμεσοι ηθικοί αυτουργοί της ναζιστικής θηριωδίας, το ίδιο ισχύει και με τους ισοαποστάκηδες και «ναι μεν, αλλάδες» της ρωσικής κτηνωδίας

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου


Μπροστά στη θηριωδία και την κτηνωδία δεν υπάρχουν ναι μεν αλλά, ούτε ίσες αποστάσεις. Ο συνειδητός σφαγέας ενός βρέφους είναι ένα ανθρώπινο κτήνος με όνομα, διεύθυνση και  τηλέφωνο. Όσο για το παραμύθι ότι δέχτηκε εντολές για να δολοφονεί αμάχους, είναι καλό για το αφοδευτήριο.  Ετσι λοιπόν,οσοι για λόγους «προόδου» αποστασιοποιούνται από παρόμοια σφαγή, είναι δυνητικοί και κατάπτυστοι δήμιοι ή δεσμοφύλακες στην καλύτερη περίπτωση. Πολύ απλά.  

Υπό αυτή την έννοια, ο εκλεκτός συνάδελφος Γιάννης Κ. Πρετεντέρης, κατά την ταπεινή μου γνώμη, είναι μάλλον λεκτικά επιεικής όταν από τον τίτλο «Κτηνωδία» έγραψε αυτά που ακολουθούν στα «ΝΕΑ» της Δευτέρας 4 Απριλίου. Διαβάστε:
«....Οι αθλιότητες των Ρώσων στην Ουκρανία παραπέμπουν ευθέως στις χειρότερες σελίδες φρίκης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Ρωσία και Γερμανία συμμαχούν… κατά της πανδημίας! | GR-NEWS

Του Δημήτρη Κούρκουλα

Η θεαματική αλλαγή πλεύσης του Βερολίνου απέναντι στη Ρωσία που έγινε πριν μερικές εβδομάδες έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις εντός και εκτός Γερμανίας. Ασκείται έντονη κριτική για την πολιτική συνδιαλλαγής και προσέγγισης που ακολούθησε το Βερολίνο τις τελευταίες δύο δεκαετίες ακόμα και όταν η επιθετικότητα και ο αυταρχισμός της ρωσικής πλευράς είχαν γίνει εμφανείς.

Ο βασικός άξονας της γερμανικής πολιτικής βασιζόταν στην πεποίθηση ότι οι οικονομικές σχέσεις με τη Ρωσική Ομοσπονδία είναι όχι μόνο συμφέρουσες για τη γερμανική και ευρωπαϊκή οικονομία αλλά δημιουργούν γέφυρες που συμβάλουν στον εξευρωπαϊσμό και τελικά στον εκδημοκρατισμό της Ρωσίας. Σήμερα όλοι γνωρίζουν και αναγνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει.

Γιατί όμως η Ευρώπη, και ιδίως η Γερμανία, συνέχισαν να εθελοτυφλούν ακόμα και όταν η ρωσική επιθετικότητα ξεδιπλώθηκε στη Γεωργία και την Ουκρανία; Γιατί δεν υπήρξε ισχυρότερη αντίδραση στην ολοένα και περισσότερο αυταρχική συμπεριφορά του καθεστώτος απέναντι σε κάθε αντιπολιτευόμενη φωνή;


Κώστας Μποτόπουλος | ANT1 NEWS
Η Ιστορία διδάσκει ότι δεν μπορεί να υπάρξει νίκη της Δημοκρατίας χωρίς καμία θυσία, αλλά και ότι το αποτέλεσμα δικαιώνει τη θυσία. Γράφει ο Κώστας Μποτόπουλος.

του Κώστα Μποτόπουλου*

Καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία εισήλθε σε νέα φάση -αντεπίθεση ουκρανικών δυνάμεων, πιθανή εγκατάλειψη σχεδίου συνολικής κατάληψης από τους εισβολείς, εξίσου πιθανή αναδίπλωση ρωσικών δυνάμεων πριν από νέα επίθεση, εντατικοποίηση διπλωματικών και παραπλανητικών κινήσεων-, η «μάχη της οικονομίας» αποκτά όλο και μεγαλύτερη σημασία. Διακυβεύονται, και από τις δυο πλευρές -τη Δύση που επιβάλλει μέτρα και κυρώσεις και τη Ρωσία που προμηθεύει τη Δύση, και κυρίως την Ευρώπη, με φυσικό αέριο και πετρέλαιο- τόσο μεσοπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα συμφέροντα: η οικονομική πίεση στον «αντίπαλο» είναι ικανή να επηρεάσει και το χρόνο, ίσως ακόμα και την έκβαση, της επί του πεδίο σύγκρουσης, καθώς και τη διαμόρφωση των ισορροπιών μετά το τέλος που όλοι περιμένουμε.