Του Χρήστου Α. Χωμενίδη
Τελευταία φορά είδα τον Τόλη Βοσκόπουλο σε ένα μικρό σχετικά μαγαζί, πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού. Βάδιζε ήδη στην όγδοη δεκαετία της ζωής του, η υγεία του είχε αρχίσει να καταπονείται. Μας καλοσώρισε, μάς είπε δεκαπέντε από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του – όχι ποτ πουρί, ολόκληρα τα τραγούδια- και παρέδωσε το μικρόφωνο στον άλλον, με τον οποίον μοιραζόταν το πρόγραμμα. «Σάς ευχαριστώ που με ανεχθήκατε…» μας αποχαιρέτησε με υπόκλιση.
Μείναμε άναυδοι. Ποιος ευχαριστούσε ποιόν; Ποιόν είχαμε ανεχθεί; Εκείνον που μάς είχε μαγνητίσει, μάς είχε μαγέψει, μάς είχε βγάλει έξω από τον χώρο και τον χρόνο, έξω από ό,τι άχαρο, ό,τι συμβατικό βαραίνει όλων μας την καθημερινότητα; Νοιώθαμε ευγνώμονες απέναντι του. Τού το δείξαμε με αποθεωτικό χειροκρότημα.
Τι σημαίνει σταρ; Θα επιχειρήσω έναν ορισμό. Σταρ είναι εκείνος που από το πάλκο ή τη σκηνή ή την οθόνη αιχμαλωτίζει το αίσθημα του κόσμου, το διατρανώνει, το καθαγιάζει και το επιστρέφει πάμφωτο, πυρακτωμένο. Ένας καθρέφτης είναι ο σταρ και ένας μεγεθυντικός φακός. Ό,τι εγγύτερο σε θαυματοποιό. Σε μυθικό σαμάνο.
Υπάρχουν ιδιοφυείς τραγουδοποιοί, σπουδαίοι ηθοποιοί που βρίσκονται στους αντίποδες των σταρ. Ο Λεόναρντ Κοέν, όταν τον είδα λάιβ στη Μαλακάσα, ήθελε να απευθύνεται σε ακροατές νηφάλιους, οι οποίοι να κατανοούν τα ποιήματά του, να εκτιμούν το δέσιμο των λέξεων με τη μουσική. Ο Τζον Λένον, στην ωριμότητά του, έγραφε και μελοποιούσε αριστουργηματικά δοκίμια. Το “Imagine”, το “Woman is the Niger of the World”. Είχε εξελιχθεί σε πολιτικοποιημένο, παρεμβατικό καλλιτέχνη. Ο Μικ Τζάγκερ αντίθετα παραμένει ένα απερίγραπτο -αδιανόητο σχεδόν- υβρίδιο πιθήκου και θεού.
Με την αναγγελία τής εκδημίας του, δεκάδες αναλύσεις γράφτηκαν για τον Τόλη Βοσκόπουλο. Ιστορικές, κοινωνιολογικές, αποπειρωμένες να εντάξουν το φαινόμενο σε ένα πλαίσιο. Να εξηγήσουν πως -στα τέλη των ‘60ς- οι Έλληνες είχαν κουραστεί να θρηνούν τη φτώχεια, τη ματαίωση, τους αλλεπάλληλους ξεριζωμούς. Αναζητούσαν ένα τραγούδι πιο λαμπερό και πιο γλεντζέδικο, που και τον καημό ακόμα να τον πασπαλίζει με χρυσόσκονη. Κάτι σαν «το φεγγάρι πανωθέ μου ασημένιο τάληρο και με το κορίτσι, Θέε μου, πάμε για το Φάληρο…» Ο Μανώλης Χιώτης, με τον οποίον ο Βοσκόπουλος θα έδενε ιδανικά, πέθανε νεότατος το 1970. Υπήρξαν ευτυχώς άλλοι, εξίσου ταλαντούχοι συνθέτες και στιχουργοί. Ο Γιώργος Ζαμπέτας και ο Χαράλαμπος «Τσάντας»-Βασιλειάδης. Ο Μίμης Πλέσσας και ο Λευτέρης Παπαδόπουλος. Ο Άκης Πάνου. Οι δημιουργίες τους, όσο κι αν ήταν εμπνευσμένες, δεν θα απογειώνονταν από αλλουνού τα χείλη.
Όπως κάθε χαρισματικό πρόσωπο, ο Τόλης Βοσκόπουλος είχε επινοήσει τον εαυτό του. Πού παρέπεμπαν τα εξαιρετικά κοστούμια και πουκάμισα που τα φορούσε σαν δεύτερο πετσί του; Τα χειροφιλήματα, τα κοπλιμέντα, οι απροσδόκητες μεγαλειώδεις χειρονομίες προς τις κυρίες πάσης ηλικίας και εμφάνισης; – μιά φίλη μου την ονόμασε «Παναγιά», έβγαλε και της χάρισε ένα δαχτυλίδι του και δεν την αναζήτησε ποτέ ξανά… Σε βασιλιά παραμυθιού! Ο οποίος έχει μόνος του στεφθεί και μάς καλεί να κάνουμε κι εμείς το ίδιο.
Από το σύμπαν του Βοσκόπουλου απουσιάζουν η πίκρα, η μνησικακία, η μιζέρια, η τοξικότητα. Ακόμα και ο απατημένος άντρας, που με μπρίο υποδύεται στο «Ψύλλοι στα Αυτιά μου Μπήκανε», δεν απειλεί παρά ότι θα χωρίσει τη σκορδόπιστη. Αν πεις για το παρελθόν της γυναίκας που τότε (μέχρι και στις μέρες μας ενίοτε) τη στιγμάτιζε, ο Τόλης το διαγράφει μονοκοντυλιά. «Δεν με νοιάζει ποιόν φιλούσες μέχρι χθες, που ήμασταν ξένοι…» Μην παρεξηγηθούμε – δεν συστήνεται ο Βοσκόπουλος ως δικαιωματιστής, φαφλατάς του φεμινισμού, μετροσέξουαλ. Είναι ο αρσενικός αμνός, ο αίρων τις ερωτικές αμαρτίες. Λυγίζει από το βάρος τους μα δεν συντρίβεται ούτε συντρίβει. Μαζεύει τα κομμάτια του και φεύγει στο ηλιοβασίλεμμα, σαν τον φτωχό και μόνο καουμπόι, να αναζητήσει αλλού παλάτι ή τσαντίρι.
Από το σύμπαν του Βοσκόπουλου απουσιάζει ο θάνατος.
Ίσως για αυτό δεν πήγα στην κηδεία του. Αρνούμαι να τον φανταστώ νεκρό.-
Από την εφημερίδα «Νέα».
BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS
