Με μια σοβαρή προσπάθεια μάρκετινγκ και σοβαρής επικοινωνίας, οι εξαγωγές τροφίμων-ποτών,θα μπορούσαν να φθάσουν έως και 10 δις ευρώ το χρόνο από 5,5 δις ευρώ που είναι σήμερα.
Του Αθ. Χ. Παπανδρόπουλου
Από χρόνια τώρα επαναλαμβάνουμε ότι η ελληνική βιομηχανία ειδών διατροφής, είναι και υγιής και ελπιδοφόρος παραγωγικός κλάδος με ποικίλες προεκτάσεις.
Κατά συνέπεια, σε μια εποχή όπου καθημερινά πολύς λόγος γίνεται για την ανάγκη να τονωθεί η εξωστρέφεια της οικονομίας μας σε παραγωγικό επίπεδο, τα τρόφιμα-ποτα μπορούν να γίνουν η ατμομηχανή αυτής της προσπάθειας. Και τα μέχρι σήμερα δεδομένα των εξαγωγών επιβεβαιώνουν την δυνατότητα αυτή, αρκεί βέβαια να γίνουν οι απαραίτητες ενέργειες και προωθητικές κινήσεις. Ίσως δε στην παρούσα φάση, αυτό να είναι το πιο δύσκολο.
Ας δούμε όμως ποια είναι η σημερινή θέση των εξαγωγών τροφίμων και ποτών στο σύνολο των ελληνικών εξαγωγικών επιδόσεων.
Από τα στοιχεία του Συνδέσμου Εξαγωγέων Βορείου Ελλάδος, μαθαίνουμε ότι το 2018 η Ελλάδα πέτυχε να έχει συνολικές εξαγωγές ύψους 33,4 δις ευρώ, από τις οποίες 5,5 δις ευρώ ήσαν τρόφιμα και κρασιά. Αναφορικά δε με τα είδη διατροφής, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η χώρα μας σε παγκόσμιο επίπεδο είναι δεύτερη στην παραγωγή ελαιολάδου και τρίτη στην παραγωγή πρόβειου γάλατος. Επίσης, τη χρονιά που πέρασε έναντι του 2017, οι ελληνικές εξαγωγές τροφίμων – ποτών αυξήθηκαν κατά 347 εκατομ. ευρώ, που σημαίνει σχεδόν 7% άνοδο έναντι του 2017. Από την άποψη αυτή, αξίζει να σημειωθεί ότι στη σημερινή συγκυρία , ο σημαντικός προορισμός για τις ελληνικές εξαγωγές τροφίμων είναι η Ιταλία με μερίδιο 18,2%, ποσοστό που αντιστοιχει σε 987,2 εκατομ. ευρώ. Ακολουθουν η Γερμανία με μερίδιο 14,4%, το Ηνωμένο Βασίλειο (6,95% μερίδιο), οι ΗΠΑ (6,1%) και η Κύπρος (5,2%). Τους δέκα σημαντικότερους προορισμούς συμπληρώνουν η Βουλγαρία (4,8%), Η Ισπανία (4,10%, η Ρουμανία (4,0%), Η Γαλλία (3,9%) και η Ολλανδία (3,9%).
Όσον αφορά στις κυριότερες κατηγορίες προϊόντων που εξάγει η Ελλάδα, αυτά είναι τα παρασκευάσματα λαχανικών και φρούτων με σημαντικό μερίδιο 19,5%, οι καρποί και τα φρούτα νωπά (16,6%), τα λίπη και έλαια (13,2%), τα ψάρια (12,6%) και τα γαλακτοκομικά προϊόντα με μερίδιο 12,3%.
Σήμερα λοιπόν, οι εξαγωγές τροφίμων – ποτών καλύπτουν το 17% του συνόλου των ελληνικών εξαγωγών και κατέχουν τη δεύτερη θέση μετά τα καύσιμα.
Ωστόσο η επίδοση αυτή μπορεί να βελτιωθεί, αν βέβαια δημιουργηθούν οι απαραίτητες προϋποθέσεις, ώστε η ελληνική παραγωγή να μπει και να παγιώσει τη θέση της σε μεγάλα δίκτυα διανομής του εξωτερικού. Για να επιτευχθεί όμως ένας τέτοιος στόχος, οι εξαγωγικές επιχειρησεις, πριν απ΄όλα θα πρέπει να μεγαλώσουν τα μεγέθη τους και ως εκ τούτου να διευρύνουν την παραγωγική τους βαση.
Δεν είναι πολύ δύσκολο να γίνει αντιληπτό από την πλειονότητα των Ελλήνων εξαγωγέων ότι όσο μεγαλώνουν και διευρύνονται οι αγορές, το ίδιο πρέπει να γίνεται και στο επίπεδο των επιχειρήσεων. Επιχειρήσεις - νάνοι δεν μπορούν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις αγορών - γιγάντων. Στη βάση της λογικής αυτής, ένα προϊόν για να γίνει γνωστό και μόνο, χρειάζεται σοβαρές επικοινωνιακές επενδύσεις, που είναι αδύνατον να γίνουν από νανοεταιρίες.
Στην εποχη της τεχνητής νοημοσύνης και του διαδικτυακού ωκεανού, η εξωστρέφεια θέλει άλλες τεχνικές από αυτές που κάποιοι είχαν γνωρίσει πριν 70 και πλέον χρόνια.
Πέρα από τις συνθήκες των αγορών και τις προσβάσεις σε αυτές, ουσιαστικές είναι οι αλλαγές και στο επίπεδο των καταναλωτών. Οι τελευταίοι αλλάζουν με μεγάλη ταχύτητα, για τον πολύ απλό λόγο ότι πλέουν σ΄έναν ωκεανό πληροφοριών και επιρροών που εκ των πραγμάτων μεταβάλλουν ήθη και συμπεριφορές. Αυτό σημαίνει ότι μια επιχείρηση που θέλει όντως και είναι εξωστρεφής, πρέπει να παρακολουθεί τις μεταλλάξεις της καταναλωτικής ψυχολογίας, υπό το φως των νέων τεχνολογικών δεδομένων που την επηρεάζουν.
Στο σημερινό περιβάλλον των κοινωνικών δικτύων και της ραγδαίας ψηφιοποίησης, ο επιχειρηματίας αλλά και κάθε στέλεχος μιας επιχείρησης, θα πρέπει να αναρωτιέται σε ποιο βαθμό οι νέες συνθήκες αλλάζουν το περιερχόμενο και τους τρόπους πληροφόρησης των καταναλωτών. Είναι δε σαφές ότι στη σημερινή συγκυρία είτε αυτό αρέσει είτε όχι στους μαρκετιερς η εξουσία μετατοπίζεται σταδιακά προς την πλευρά των καταναλωτών, η πιστότητα των οποίων γίνεται όλο και πιο ακριβή.
Κατά συνέπεια, η πρόσβαση στις αγορές κάνει απαγορευτικούς και καταστροφικούς τους αυτοσχεδιασμούς, ιδιαίτερα δε τις κουτοπόνηρες μεθοδεύσεις.
Η εποχή των πλατφορμών, δημιουργεί συνθήκες αβεβαιότητας σε όλα τα επίπεδα και ειδικότερα επηρεάζει αποφάσεις αγορών ειδών διατροφής.
Υπό τις συνθήκες αυτές, η ελληνική βιομηχανία ειδών διατροφής και ποτών αν δεν ρίξει βάρος με φαντασία και καινοτομική προδιαθεση στη μελέτη και την ανάλυση του μεταβαλλόμενου αύριο, δεν αποκλείεται να βρεθεί μπροστά σε δυσάρεστες εκπλήξεις.Στην εποχή της ταχύτητας,πολύ γρήγορα τα πάνω έρχονται κάτω και ως εκ τούτου ο χρόνος παίζει σπουδαίο ρόλο σε πολλαπλά επίπεδα.
BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS
