
Του Χρήστου Α. Χωμενίδη
Πόσες περιπέτειες έχεις ζήσει στα σαράντα σου, κόρη της όψιμης Μεταπολίτευσης και της μεσαίας τάξης; Τρεις φορές ερωτεύτηκες και άλλες τρεις κοιμήθηκες με άντρες από το πρώτο ραντεβού. Μία έφαγες τα μούτρα σου στις Πανελλαδικές, τον επόμενο χρόνο έλιωσες στο διάβασμα και πέτυχες στη σχολή που ήθελες. Δούλεψες ως φοιτήτρια σε φροντιστήριο, προσλήφθηκες στα εικοσιπέντε σε ιδιωτικό σχολείο, η νεαρότερη φιλόλογος, η αγαπημένη των παιδιών. Πήγες γαμήλιο ταξίδι στην Αίγυπτο -Καϊρινές οι ρίζες τού συζύγου-, είδες τη Σφίγγα και τις Πυραμίδες, έπαθες δυσεντερία. Κατέβηκες σε διαδήλωση, ξυστά σού πέρασε (ή σχεδόν ξυστά) το δακρυγόνο. Εγκυμόνησες, γέννησες, θήλασες δίδυμα. Έχασες τον μπαμπά σου από καρδιά – μπαμ και κάτω, τουλάχιστον δεν υπέφερε. Σε παρέσυρε η κολλητή σου σε τηλεπαιχνίδι γνώσεων – τι ρεζιλίκι όταν δεν μπορούσες να θυμηθείς το μικρό όνομα της Μπουμπουλίνας! - για μήνες γέλαγαν πίσω απ’την πλάτη σου οι μαθητές σου, τα σκασμένα, ως το πρώτο λοκ ντάουν… Ξέχασα, έχεις καπνίσει κάποτε και μπάφο, έχεις φιληθεί σε εφηβικό πάρτυ με ένα κορίτσι…
Ετοιμάσου, φίλη μου, γιά τη συγκλονιστικότερη περιπέτεια της ζωής σου.
Είναι Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου. Ένδεκα το πρωί. Τα σχολεία έχουν κλείσει, για προληπτικούς λόγους. Κι εσύ αποφασίζεις να επισκεφτείς τη μάνα σου, στην Άνω Γλυφάδα. Μπαίνεις στην Αττική Οδό από το δακτυλίδι για να βγεις στον Καρέα.
Χιονάκι πέφτει, ειδυλλιακό, σαν το μπαμπάκι που τυλίγουμε στα κλαδιά τού χριστουγεννιάτικου δέντρου. Ο σύζυγος έχει φορέσει από χθες αλυσσίδες στα λάστιχα, το αμάξι σου είναι σχετικά καινούργιο, σε άψογη κατάσταση, δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα.
Προχωράς διακόσια μέτρα και έπειτα κολλάς. Το θεωρείς αναμενόμενο, δεν είσαι υστερική να αρχίσεις να βαράς το κλάξον. Περνάει ένα τέταρτο, μισή ώρα, εσύ ασάλευτη. Βγαίνεις από το αυτοκίνητο, αγναντεύεις μια πομπή οχημάτων, σηκώνεσαι στις μύτες μπας και διακρίνεις ως πού φτάνει - πώς να διακρίνεις; οι νιφάδες πυκνώνουν, η ορατότητα όλο και στενεύει. Ανταλλάσσετε με τον διπλανό οδηγό βλέμματα κι έπειτα κουβέντες απορίας. Ξαναχώνεστε στα καβούκια σας, ξανανάβετε τις μηχανές, για το καλοριφέρ. Χτυπάει το κινητό, ο άντρας σου. «Χιλιάδες έχουν εγκλωβιστεί στην Αττική Οδό!». «Πού ακριβώς;» «Εκεί που βρίσκεσαι! Είσαι μία από αυτούς!» Κρύος ιδρώς σε λούζει.
Το επόμενο τρίωρο επικρατεί ολοένα κι εντονότερος εκνευρισμός. Οι πάντες γύρω σου κορνάρουν, σταματούν για λίγο και ξαναρχίζουν, ακόμα πιο εκκωφαντικά. Από το καθρεφτάκι βλέπεις στόματα να ανοιγοκλείνουν, να βλαστημάνε. «Θα έρθουν να μάς μαζέψουν;» ρωτάς τον διπλανό σου. «Δεν απαντούν καν στα τηλέφωνα…» «Τι θα κάνουμε;» «Υπομονή…» σηκώνει τους ώμους και σε κερνάει μια χούφτα φυστίκια. Η φυσική πραότητά του κάπως σε καθησυχάζει.
Στις τέσσερις παρά -πότε πήγε τέσσερις παρά;- χαλάει ο υαλοκαθαριστήρας. Στο παρμπρίζ σου το στρώνει για τα καλά. Μέσα στο αμάξι σκοτεινιάζει. Κοιτάς με απελπισία τον διπλανό, κατεβάζετε τα τζάμια, «να φύγουμε περπατώντας!» σού λέει «εδώ θα πεθάνουμε!». Τυλίγει το κασκόλ γύρω απ’το πρόσωπο του, σού ανοίγει την πόρτα. Στο πρώτο όμως βήμα εσύ βουλιάζεις μέχρι τη γάμπα στο χιόνι. «Δώστε μου δυό λεπτά!» παρακαλείς - παίρνεις τον άντρα σου - «μην το κουνήσεις ρούπι!» σε εξορκίζει «στον Υμηττό έχει λύκους!»
Λύκους; Κατουριέσαι! Ντροπή; Ποια ντροπή; Σκύβεις επί τόπου, κατεβάζεις το παντελόνι σου… Επιστρέφεις στο αμάξι. Μιλάς με τα παιδάκια σου σαν απ’τον άλλο κόσμο, δαγκώνεσαι για να μην τους στείλεις τελευταίο ασπασμό, το κλείνεις και βάζεις τα κλάμματα. Μετά σε πιάνει νευρικό γέλιο.
Έχεις κιόλας αποδεχθεί τον θάνατό σου υπό συνθήκες ευτράπελες. Αρούκατες. Θα περάσεις στην Ιστορία, θα το διηγούνται τα εγγόνια σου ότι έγινες παγοκολώνα, όχι στο Έβερεστ, όχι στον Αρκτικό Ωκεανό -που μελετούσε τις προάλλες ο γιός σου-, στην Αττική Οδό! Η περιπέτειά σου δεν διαθέτει τίποτα αληθινά περιπετειώδες, τίποτα ηρωικό.
Σε πιάνει υπνηλία, αντιστέκεσαι. «Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα!» τσεκάρεις τη μνήμη σου.
Εσύ όμως δεν είσαι Μπουμπουλίνα. Είσαι Χιονάτη.-
Πηγή : ΤΑ «ΝΕΑ»
BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS
