Τα πέντε τελευταία χρόνια, στην ευρωζώνη τα χαμηλά επιτόκια αντί να τονώσουν τη ζήτηση, ευνόησαν τη φερεγγυότητα των οικονομικών φορέων και των νοικοκυριών.

Του Αθ. Χ. Παπανδρόπουλου

Από το 2014, τα επιτόκια στην ευρωζώνη είναι όλο και πιο χαμηλά, παρ΄όλα αυτά όμως, το γεγονός δεν μεταφράζεται σε τόνωση της ανάπτυξης η οποία συνεχώς παραμένει σε χαμηλά επίπεδα. Αρκετοί .οικονομολογοι και άλλοι επαΐοντες ετσι αναρωτιούνται μήπως τα πολύ χαμηλά επιτόκια αντί να ενδυναμώνουν την οικονομία την εξασθενίζουν; Ξεκινώντας από την ιδέα ότι η πτώση των επιτοκίων είναι  παίγνιον μηδενικού αθροίσματος (υπάρχουν κερδισμένοι και χαμένοι για παρόμοια ποσά), τίθεται το ερώτημα υπό ποιες συνθήκες μια πτώση των επιτοκίων φρενάρει  την ανάπτυξη και σε ποιο βαθμό κάτι τέτοιο συμβαίνει στην ευρωζώνη;



Με αφετηρία λοιπόν το μηδενικό άθροισμα, η πτώση των επιτοκίων μειώνει τα εισοδήματα των δανειστών (των τραπεζών κυρίως), αλλά αυξάνει τα αντίστοιχα των δανειοληπτών, που είναι τα κράτη, οι επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Εάν η πτώση των επιτοκίων έχει μεγαλύτερη αρνητική επίπτωση στους δανειστές από το όφελος των δανειζομένων, τότε ο συνολικός ρόλος της είναι αρνητικός για την οικονομία. Γιατί όμως;

Ας αρχίσουμε από τους δανειστές. Υποτίθεται ότι τα χαμηλά επιτόκια αποθαρρύνουν την αποταμίευση και άρα στηρίζουν την κατανάλωση. Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση στο φαινόμενο αυτό, που είναι η αποκαλούμενη «εισοδηματική επίπτωση».
 
Στην περίπτωση αυτή, τα χαμηλά επιτόκια οδηγούν στην άνοδο του ποσοστού αποταμίευσης, γιατί προκαλούν αβεβαιότητα.

 Έτσι, στην ευρωζώνη την τελευταία πενταετία η αποταμίευση παραμένει  σταθερή συνολικά με μάλλον ανοδική τάση, γιατί το ποσοστό του ΑΕΠ ανεβαίνει στη Γερμανία και στη Γαλλία την ίδια στιγμή τα χαμηλά επιτόκια ελάχιστα επηρέασαν τις επενδύσεις των επιχειρήσεων. Οι τελευταίες, σε γενικές γραμμές στην ευρωζώνη αυτοχρηματοδοτούν τις επενδύσεις τους, αφού δεν αποφέρουν εισόδημα στους δανειστές και κυρίως στους θεσμικούς.

Στο επίπεδο των δανειζόμενων, ως σημειωθεί ότι στην ευρωζώνη, τα χαμηλά επιτόκια μείωσαν συνολικά κατά 2,1% τις πληρωμές τόκων για τα δημόσια χρέη και η μείωση αυτή χρησιμοποιήθηκε για περιορισμό του δημοσίου χρέους της ευρωζώνης και όχι για ενίσχυση της κατανάλωσης και γενικά της ζήτησης.

Είναι προφανές ετσι, στην ευρωζώνη αλλά και γενικότερα στην Ευρώπη με εξαιρέσεις βέβαια, ότι οι επιχειρήσεις επωφελούνται από τα χαμηλά επιτόκια για να ενισχύσουν τη ρευστότητά τους και όχι για να κάνουν επεκτατικές επενδύσεις. Δεν είναι λίγες εξάλλου και οι εταιρίες που μπροστά στην ενδυνάμωση  του διεθνούς ανταγωνισμού και τις μεταβαλλόμενες αλλαγές στο παγκόσμιο επιχειρηματικό πεδίο, σκέπτονται ότι «όποιος φυλάει τα ρούχα του κρατάει τα μισά»Για αρκετούς μάνατζερ σήμερα, «η καλύτερη άμυνα δεν είναι η διαρκής επέκταση υπό ανταγωνιστική πίεση. Η σωφροσύνη υπαγορεύει και προσεκτική διαχείριση».

Τον δανεισμό αποφεύγουν επίσης και τα  νοικοκυριά, τα οποία παρά τα πολύ χαμηλά επιτόκια,δεν επενδύουν όπως στο παρελθόν σε ακίνητα.Εξαλλου, γελοίες κερδοσκοπίες στο επίπεδο αυτό τους αποτρέπουν.. Και τούτο διοτι, επενδύσεις που έγιναν από νοικοκυριά στην κτηματαγορά, απορροφήθηκαν από τις τιμές των ακινήτων, με μηδενική τονωτική επίδραση στην οικονομία.

Σε γενικές γραμμές έτσι, στην ευρωζώνη, η πτώση των επιτοκίων δεν εκάλυψε το ποσοστό της αποταμίευσης, επέστρεψε στα κράτη να μειώσουν το δημόσιο χρέος τους, ώθησε τις επιχειρήσεις προς συσσώρευση ρευστότητας και χρηματοδότησε την άνοδο των τιμών στα ακίνητα. Δεν πρέπει να μεμψιμοιρούμε όμως.

Διότι, αν και δεν υπήρξε η αναμενόμενη ανάπτυξη λόγω της μείωσης των επιτοκίων, εν τούτοις, με κάποιες εξαιρέσεις όπως η Ελλάδα, τα χαμηλά επιτόκια μείωσαν τις πληρωμές τόκων στα χρέη, άρα βελτίωσαν τις συνολική φερεγγυότητα των οικονομικών δρώντων στην ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι μηδενίζεται σχεδόν ο κίνδυνος μιας νέας κρίσης χρέους, η οποία εκ των πραγμάτων συνεπάγεται και δραματική ύφεση.

Και από την άποψη αυτή είναι γελοίο κάποιοι οικονομολογούντες να ξορκίζουν την έλλειψη τόνωσης της ζήτησης στην ευρωζώνη και λίγες ημέρες μετά, με αφορμή τον θεσμό του Black Friday, να εξαπολύουν κεραυνούς κατά της υπερκατανάλωσης.

Αθανάσιος Παπανδρόπουλος
Author: Αθανάσιος Παπανδρόπουλος
Ο Αθανάσιος Χ. Παπανδρόπουλος, γόνος επιχειρηματικής και δημοσιογραφικής οικογένειας των Πατρών (Νεολόγος Πατρών, 1879-1973), γεννήθηκε στο Ψυχικό το 1941 και φέτος συμπληρώνει 50 χρόνια δημοσιογραφικής καριέρας. Οικονομολόγος και ειδικός σε θέματα επικοινωνίας, έχει τιμηθεί με 42 δημοσιογραφικά βραβεία και είναι Ιππότης της Τιμής της Γαλλικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας. Εργάστηκε 30 χρόνια στον Οικονομικό Ταχυδρόμο και σε άλλα έντυπα του Δημοσιογραφικού Οργανισμού Λαμπράκη και συνεργάστηκε με γνωστές εφημερίδες και εξειδικευμένα περιοδικά. Σήμερα αρθρογραφεί στις εφημερίδες Εστία, Ναυτεμπορική και είναι σύμβουλος στο περιοδικό Μάνατζερ της Ελληνικής Εταιρείας Διοικήσεως Επιχειρήσεων. Επίσης, παρουσιάζει την εκπομπή «Δρόμοι της Ανάπτυξης» στο οικονομικό τηλεοπτικό κανάλι Sbc. Επίσης διαδικτυακά, αρθρογραφεί στο Εuro2day.gr,στο EBR και στο αγγλόφωνο European Business Review. Είναι επίτιμος διεθνής πρόεδρος της Ένωσης Ευρωπαίων Δημοσιογράφων και διοικητικός πρόεδρος του ελληνικού τμήματός της, μέλος του ΔΣ της Ένωσης Συντακτών Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και χρημάτισε επί εξαετία πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Περιοδικού-Ηλεκτρονικού Τύπου. Από το 2002 είναι μέλος της Γερουσίας για την Ένωση της Ευρώπης, από την οποία και τιμήθηκε για τα άρθρα του περί ομοσπονδιακής Ευρώπης.

BLOG COMMENTS POWERED BY DISQUS